Η φετινή εξόρμηση των τρακτέρ στις εθνικές οδούς φαίνεται να οδεύει
προς το τέλος της. Η επιτυχία ή η αποτυχία μιας ακόμη χειμερινής, ως είθισται, κινητοποίησης του αγροτικού κόσμου είναι κάτι που θα πρέπει να αξιολογηθεί από τις δύο αντίπαλες πλευρές, Κράτος – αγροτικός κόσμος. Το πρώτο δεσμεύτηκε να εκταμιεύσει κάποια ποσά, τα οποία προσωρινά έστω θα κατευνάσουν την ένταση, ενώ η δεύτερη μεριά φαίνεται να ικανοποιείται και να υποχωρεί. Κοντεύουμε να συνηθίσουμε στην ιδέα πως κάθε χειμώνα, εκτός από την επέλαση του χιονιά θα ‘χουμε κι αυτή των τρακτέρ, μιας και το μεγαλύτερο μέρος αυτής της περιόδου δεν προσφέρεται για γεωργικές δραστηριότητες, με εξαίρεση την ελιά. Για ποιον όμως λόγο όλος αυτός ο κόσμος στρέφεται σε κινητοποιήσεις; Που βασίζεται και διεκδικεί λύση στα προβλήματα που μαστίζουν τον κλάδο; Ποια είναι αυτά τα προβλήματα και γιατί δεν μπόρεσε να δοθεί λύση τόσα χρόνια τώρα; Αξίζει να δούμε λίγο τα πράγματα με τη σειρά… Η αδυναμία όλων των κυβερνήσεων και των κομματικών παρατάξεων στην Ελλάδα να ενσκήψουν πάνω από το αγροτικό ζήτημα με σκοπό να δώσουν μια οριστική λύση έρχεται από πολύ παλιά. Σύμφωνα με έναν ορισμό το αγροτικό ζήτημα έγκειται στο πρόβλημα της δίκαιης κατανομής της αγροτικής ιδιοκτησίας. Αιτία αποτελεί η συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους των καλλιεργήσιμων εκτάσεων στα χέρια λίγων, με αποτέλεσμα οι πολλοί να πέφτουν θύμα εκμετάλλευσης, ή εξάρτησης από αυτούς. Το συγκεκριμένο ζήτημα έχει δημιουργήσει παγκοσμίως πολλές εντάσεις και κοινωνικές ανακατατάξεις ανά τους αιώνες και ακόμη παραμένει άλυτο. Αφού λοιπόν δεν κατάφεραν ούτε ο Δράκων, ούτε ο Σόλων να το λύσουν στην αρχαία Αθήνα μην περιμένετε πως θα τα καταφέρουν οι σύγχρονες κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ! Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως ο κύκλος των διεκδικήσεων και των αγώνων του αγροτικού κόσμου δεν είναι χθεσινός, απλά εντείνεται τα τελευταία χρόνια, κι αυτό γιατί οι καταστάσεις και οι απαιτήσεις της σύγχρονης παραγωγής και ζωής είναι εντελώς διαφορετικές από τις αντίστοιχες μερικά χρόνια πριν. Αν κάναμε μια ταξινόμηση του αγροτικού πληθυσμού θα διακρίναμε τρεις τάξεις: α) τους ακτήμονες, οι οποίοι δεν έχουν δική τους γη, αλλά εργάζονται σε κτήματα άλλων με αμοιβή, β) τους μικρομεσαίους γεωργούς, οι οποίοι κατέχουν ή ενοικιάζουν και καλλιεργούν σε οικογενειακό επίπεδο ένα κομμάτι γη, και γ) στους μεγαλοκτηματίες, οι οποίοι εκμεταλλεύονται μεγάλες εκτάσεις και απασχολούν εργάτες για την καλλιέργειά τους. Αξίζει εδώ να σημειωθεί, πως κοινό γνώρισμα των περισσοτέρων μικρομεσαίων αγροτών είναι το γεγονός πως δεν βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στη γεωργία για να ζήσουν, αλλά φροντίζουν να συμπληρώνουν το εισόδημά τους από παράλληλες δραστηριότητες, όπως η κτηνοτροφία, ή η εργασία στον ιδιωτικό και ακόμη και στο δημόσιο τομέα!
Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο αγώνας του αγροτικού πληθυσμού είχε επικεντρωθεί στην απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και στην αναδιανομή της γης στους ακτήμονες. Η πρώτη εξέγερση έγινε στον Πύργο της Ηλείας το 1898 κατά των
σταφιδεμπόρων, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν την αδυναμία των παραγωγών να προωθήσουν οι ίδιοι τα προϊόντα τους και τα αγόραζαν σε εξευτελιστικές τιμές. Την περίοδο 1905 – 1909 ο Μαρίνος Αντύπας προσπαθούσε να συσπειρώσει τους αγρότες της Θεσσαλίας και να τους δημιουργήσει «αγροτική συνείδηση», με κύριο στοιχείο στην επιχειρηματολογία του, την κατάργηση των «έγγειων γεωργικών φόρων». Το 1910 σημειώθηκε νέα αγροτική επανάσταση, αυτή τη φορά στο Κιλελέρ. Η δύναμη του αγροτικού πληθυσμού, (που δυστυχώς ακόμη και σήμερα δεν μπορεί να ενωθεί προς μία κατεύθυνση), εκφράστηκε με τη στήριξη στις αμέσως επόμενες εκλογές εκπροσώπων κυρίως του σοσιαλεργατικού κόμματος, του οποίου το πρόγραμμα ήταν πιο κοντά στα θέματα της υπαίθρου. Το πρώτο πανελλαδικό αγροτικό συνέδριο, το οποίο συνήλθε το 1922 και στο οποίο διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων πως τα διάφορα κόμματα για το μόνο που δεν ενδιαφέρονται είναι για το γεωργό, αποφασίστηκε
η δημιουργία μιας αποκλειστικά αγροτικής παράταξης, χωρίς χρώματα και πολιτικούς προσανατολισμούς, με μοναδικό στόχο την προάσπιση των συμφερόντων των αγροτών. Η ιδέα αυτή ευδοκίμησε και μέσα στην επόμενη δεκαετία κόντεψε να απειλήσει τα κόμματα εξουσίας, συγκεντρώνοντας ικανοποιητικό αριθμό εδρών στη Βουλή, (11 στις εκλογές του 1932). Αυτό φυσικά δεν άρεσε καθόλου στα κόμματα εξουσίας, κι έτσι εφαρμόστηκε με επιτυχία η τακτική του «διαίρει και βασίλευε»! Οι διχογνωμίες και οι διάφορες προσωπικές επιδιώξεις που έλαβαν χώρα στους κόλπους του νεοσύστατου ακόμη ΑΚΕ, (Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας), το οδήγησαν στη συρρίκνωση και τελικά στη διάλυσή του το 1933. Το 1936 επανιδρύθηκε όμως από το ΚΚΕ και χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως συγκάλυψη των επιμέρους οργανώσεων, που αποφάσισε να διαλύσει στο 6ο συνέδριο και μετά το τέλος του πολέμου στην Ελλάδα ως όχημα στην ένοπλη εξέγερση για την κατάληψη της εξουσίας! Αγροτική πολιτική, (ΑΠ) είναι το κομμάτι εκείνο της οικονομικής πολιτικής μιας χώρας, το οποίο ασχολείται με τα προβλήματα του γεωργικού κλάδου, με απώτερο
σκοπό την ευημερία των αγροτών. Αυτά όλα βέβαια θεωρητικά και μέσα στα πλαίσια των γενικότερων δυνατοτήτων της οικονομίας κάθε χώρας. Σκοπός λοιπόν της αγροτικής πολιτικής και του Ελληνικού Κράτους θα πρέπει να είναι η αύξηση της παραγωγικότητας, η προώθηση νέων καλλιεργειών και η εξασφάλιση ενός ικανοποιητικού εισοδήματος για τον αγροτικό πληθυσμό. Για να μπορέσει να εκτελεστεί σωστά και να σιγουρευτεί η Πολιτεία πως τα οφέλη της ΑΠ θα φτάσουν μέχρι και τον τελευταίο αγρότη, θα πρέπει όλοι οι παραγωγοί να είναι οργανωμένοι. Με διάφορα κίνητρα λοιπόν, (επιδοτήσεις, καλύτερη προώθηση των προϊόντων και άλλα τέτοια) δημιουργήθηκαν σε τοπικό επίπεδο οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, (οι ενώσεις), στη συνέχεια οι διάφορες ομοσπονδίες και τέλος το γενικό συλλογικό όργανο, (ΠΑΣΕΓΕΣ) που εκπροσωπεί άπαντες και διαπραγματεύεται με την Πολιτεία. Κατάφεραν λοιπόν οι κυβερνήσεις να χαλιναγωγήσουν αυτή τη δύναμη και ενίοτε να τη διασπάσουν, «χρωματίζοντας» τους συνεταιρισμούς, πλησιάζοντας και χαϊδεύοντας τους κατά καιρούς εκπροσώπους της, ώστε να λειτουργεί ως αποσβεστήρας των εντάσεων ένθεν κακείθεν. Για περαιτέρω «βοήθεια» του αγροτικού πληθυσμού, ιδρύθηκε το 1929, ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός, η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας, (ΑΤΕ), με κύριο στόχο την ευνοϊκότερη χρηματοδότηση των αγροτών, στην ουσία όμως και υπό τον φόβο του Α
ΚΕ, για να μπορεί το Κράτος να τους κουμαντάρει καλύτερα. Μέχρι πριν μερικά χρόνια, αν κάποιος ήθελε χρήματα, ή επρόκειτο να πάρει επιδότηση, ή αποζημίωση, μπορούσε μόνο από την ΑΤΕ. Σήμερα, αυτός ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός με τις αγαθοεργίες υπέρ των αγροτών, έχει μπει στο χρηματιστήριο, δραστηριοποιείται σε πολλούς παρεμφερείς τομείς με σκοπό το κέρδος κι έχει καταφέρει μέσω των υπηρεσιών του να «φουρκίσει» ολόκληρο τον αγροτικό κόσμο, αφού δεν υπάρχει παραγωγός που να μην έχει δοσοληψίες μαζί του και να μην του χρωστάει. Για τα χρήματα αυτά, αλλά και για πολλά άλλα θέματα τα τελευταία χρόνια βγαίνουν οι παραγωγοί στους δρόμους, προσπαθώντας να πετύχουν κάποιο διακανονισμό, αλλά και να σιγουρευτούν πως θα υπάρξει συνέχεια στην προσοχή που απαιτείται να τους δείξει το Κράτος. Βέβαια τα χρήματα είναι ωραία όταν τα παίρνεις. Όταν έρχεται η ώρα της αποπληρωμής τα πράγματα δυσκολεύουν, γιατί λίγοι είναι αυτοί που σκέφτονται ως επιχειρηματίες και τα επενδύουν στοχευμένα και αποκλειστικά στη βελτίωση της υφιστάμενης παραγωγής.
ϊκής Ένωσης και στον όρο ΚΑΠ που σημαίνει Κοινή Αγροτική Πολιτική και που όταν συμφωνήθηκε είχε σαν στόχο την ελεύθερη εμπορία των αγροτικών ειδών στα κράτη μέλη. Δημιουργήθηκε λοιπόν, (τη δεκαετία του 70) ένα εύρος τιμής για κάθε βασικό προϊόν και η διαφορά που προέκυπτε ανάμεσα στις τιμές που όριζε η ΕΟΚ και σ’ αυτές του μέλους που πωλούσε το προϊόν, καλύπτονταν με επιδοτήσεις. Το μέτρο αυτό κατέστη ικανό να διατηρήσει τις τιμές των αγροτικών προϊόντων στα κράτη μέλη υψηλότερα από τις αντίστοιχες χωρών εκτός ΕΟΚ και να τα καταστήσει αυτάρκη επιδοτώντας καλλιέργειες ειδών που παρουσίαζαν έλλειψη. Στις αρχές όμως της δεκαετίας του ’90, όταν οι αγορές μπήκαν για τα καλά στην τροχιά της παγκοσμιοποίησης και εισέρεαν αγροτικά
προϊόντα απ’ όλον τον κόσμο στα κράτη μέλη σε τιμές πολύ χαμηλότερες από αυτές που μπορούσε να εγγυηθεί η ΕΕ, χρειάστηκε να γίνει μεταρρύθμιση αυτής της γεωργικής πολιτικής, ώστε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Και ποια ήταν αυτά; Ας πούμε η στροφή σε προϊόντα που θα είχαν ζήτηση, όπως πολύ σωστά έγινε με τις καλλιέργειες σπαραγγιών και ακτινιδίων στην Ανατολική Μακεδονία, ή ο προσανατολισμός σε βιολογικές καλλιέργειες, ο οποίος σε μας έγινε πρόσφατα. Όλα αυτά βέβαια δεν ήταν σε θέση να τα διαπιστώσει από μόνος του ο παραγωγός, γιατί δεν ήταν μέσα στα κέντρα σχεδιασμού. Οι ιθύνοντες όμως ήξεραν πως η παγκοσμιοποίηση κάποια στιγμή θα επηρέαζε αρνητικά τη γεωργική παραγωγή και πως τότε το δικό μας το ρύζι για παράδειγμα θα έχανε σημαντικό μερίδιο στην αγορά από το εισαγόμενο. Κι αν σκεφτεί κανείς ότι η αγοραστική μας δύναμη σταθερά μειώνεται, δεν πρόκειται να πληρώσουμε 3,00€ για ένα κιλό Ελληνικό τυποποιημένο ρύζι, τη στιγμή που μπορούμε να βρούμε το εισαγόμενο κάτω από 1,50! Άρα το δικό μας το προϊόν είναι καταδικασμένο! Κόστος παραγωγής
Από τη μια μεριά το κόστος παραγωγής συνεχώς αυξάνεται. Πετρέλαιο, λιπάσματα, σπόροι, μεροκάματα και όλα όσα συντελούν στην παραγωγική διαδικασία σταθερά ανεβαίνουν. Από την άλλη οι τιμές των προϊόντων λόγω του ανταγωνισμού πιέζονται προς τα κάτω. Η κεντρική διοίκηση είναι ανήμπορη να παρέμβει αποτελεσματικά και περιορίζεται μόνο στις επιδοτήσεις προϊόντων ή σε αποζημιώσεις θεομηνιών, μοιράζοντας ψίχουλα και ελπίδα στον αγροτικό κόσμο, που όντας χρεωμένος, περιμένει ως μάνα εξ ουρανού αυτές τις ενισχύσεις για να επουλώσει τις πληγές του. Βρίσκεται λοιπόν ο αγρότης μόνιμ
α σε ομηρία και αρκείται στο πότε και αν θα ευαρεστηθεί η κυβέρνηση – ΕΕ, να δώσει κάποια ποσά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατάστασης που επικρατεί αποτελεί το ελαιόλαδο, το οποίο το έτος 2000 έφτασε να πωλείται από τον παραγωγό στις 1100 δρχ. (3,23€) το κιλό και φέτος οι συνεταιρισμοί το αγοράζουν μόλις 2,00€, (680 δρχ)! Ποιο πρόσφατο παράδειγμα, η φετινή ψυχρολουσία με το καλαμπόκι. Πέρσι, με την υπόθεση των βιοκαυσίμων και την αύξηση που επέφερε στα δημητριακά πουλήθηκε από τον παραγωγό προς 0,25€ το κιλό, από 0,16 πρόπερσι και κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε. Φέτος που η τιμή του διαμορφώθηκε στα 0,11€ όλοι «μπήκαν μέσα»! Και αμέσως άρχισε η γκρίνια. Όσο και καλή διάθεση να υπάρχει, δυστυχώς με τα 500 εκ. ευρώ δεν είναι δυνατόν να λυθεί το πρόβλημα. Θα επουλωθεί μέχρι την επόμενη αναποδιά. Κινητοποιήσεις
Η αντίδραση και η κατάληψη των δρόμων μπορεί να είναι ένα μέτρο πίεσης προς αυτόν το σκοπό, δεν είναι όμως ο καλύτερος τρόπος διεκδίκησης των αιτημάτων. Όλες οι κοινωνικές ομάδες έχουν αιτήματα, δεν έχουν όμως γεωργικά μηχανήματ
α, ή βυτιοφόρα για να κλείνουν διόδους. Με το να προκαλούν οι αντιδρώντες αγανάκτηση στους υπολοίπους δεν κερδίζουν την εύνοιά τους, έστω κι αν τα αιτήματά τους είναι δίκαια. Στο κάτω – κάτω για να πληρωθούν τα 500 εκ. ευρώ που έταξε ο Υπουργός θα αφαιρεθούν από κάπου αλλού και εντέλει θα είναι από τους φόρους που πληρώνουμε όλοι μας. Άρα λοιπόν η λύση θα πρέπει να είναι πιο ριζική. Από την άλλη όσο και να θέλω, αδυνατώ να πιστέψω πως η αντίδραση αυτή των αγροτών ήταν αυθόρμητη, για τον απλούστατο λόγο πως αν χρησιμοποιούσαν τον οργανωτικό τους οίστρο σε επίπεδο συντεχνίας, τώρα θα ήταν στην αντιπολίτευση. Άρα λοιπόν ακολουθούν κάποιους, οι οποίοι τους ανοίγουν το δρόμο και που συνήθως εκπροσωπούν μικροκομματικά συμφέροντα. Αν πραγματικά θέλουν να βοηθήσουν το αγροτικό εισόδημα ας πάνε να κλείσουν τις λαχαναγορές και ας χτυπήσουν τα καρτέλ των μεσαζόντων. Τότε σίγουρα το προϊόν θα φεύγει με καλύτερη τιμή από τον παραγωγό, αλλά και θα φτάνει φθηνότερο στον καταναλωτή. Δυστυχώς δεν μπορούν, γιατί η ικανότητά τους περιορίζεται μόνο σε συνθήματα και λόγια. Από έργα μηδέν. Ένα άλλο στοιχείο που δείχνει μεθοδικότητα είναι η εποχή που πραγματοποιούνται οι κινητοποιήσεις. Γίνονται σχεδόν πάντα χειμώνα, όταν οι υπαίθριες δραστηριότητες είναι ελάχιστες. Δεν είδα ποτέ αγρότες να σταματούν τη συγκομιδή και να βγαίνουν στους δρόμους. Μόνο τώρα έχουν προβλήματα και διεκδικήσεις; Κρήτη
Αδυνατώ επίσης να πιστέψω πως 1200 αγρότες από την Κρήτη αποφάσισαν στα καλά
καθούμενα να έρθουν με τα τρακτέρ τους στην Αθήνα για να διαδηλώσουν. Άσχετα με το αν ήρθαν μόνοι τους, ή τους έφεραν άλλοι, γεγονός είναι πως ειδικά η περιοχή της Κρήτης έτυχε ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τις πρώτες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, οι οποίες έδωσαν αναλογικά με άλλες περιοχές της Ελλάδας πολύ περισσότερα χρήματα, σε βαθμό που έκανε τότε τους συναδέλφους τους παραγωγούς να δυσανασχετούν. Αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση η αγροτική παραγωγή στην Κρήτη,
αυτά όμως πριν είκοσι και πλέον χρόνια. Τότε, την εποχή των παχιών αγελάδων, οι παραγωγοί θα έπρεπε να δουν μπροστά και να διαθέσουν χρήματα σε εναλλακτικές καλλιέργειες, όχι γιατί ο Έλληνας θα σταματούσε ποτέ να καταναλώνει ντομάτες, αγγουράκια και πιπεριές, αλλά γιατί θα ερχόταν η εποχή, όπως κι έγινε που θα τα αγόραζε φθηνότερα από την Τουρκία ή την Ιταλία. Ποιος νοιάστηκε όμως τότε; Γιατί δεν τα είπαν αυτά οι πολιτικοί που έτρεξαν στον Πειραιά να συμπαρασταθούν; Δεν τα ήξεραν; Απλά πήγαν για εντυπωσιασμό και για να κερδίσουν κάνα ψήφο στις επόμενες εκλογές. Επίλογος
Ο αγροτικός κόσμος από μόνος του δεν έχει τη δυνατότητα να επιλύσει τα δύσκολα θέματα που τον απασχολούν, αλλά με την κατάλληλη πολιτική βούληση και μακροπρόθεσμα μέτρα, σε συνδυασμό πάντα με τη βελτίωση της παραγωγής, την εκπαίδευση και την ενημέρωση, μπορεί να τονωθεί το εισόδημά του. Ας μην ξεχνάμε πως η Ελλάδα υπήρξε μια αμιγώς αγροτική χώρα, η οποία στήριξε την ανάπτυξή της στην πρωτογενή παραγωγή και ακόμη δεν κατάφερε να ξεφύγει απ’ αυτήν, ώστε σήμερα να αποτελεί ένα συμπλήρωμα στην οικονομία της κι όχι το βασικότερο συστατικό, όπως έγκαιρα έκαναν πολλά κράτη της Ευρώπης. Ούτε από κει δεν καταφέραμε να παραδειγματιστούμε και να αναρωτηθούμε πώς τα κατάφεραν αυτοί, ώστε να προσαρμόσουμε κι εμείς κάποια μέτρα τους στα δικά μας δεδομένα! Όταν οι αγρότες μας καταλάβουν τη δύναμη που έχουν και οργανωθούν σε ένα σύγχρονο «ΑΚΕ» και δεν επιτρέπουν στα κόμματα να τους σέρνουν από τη μύτη, θα καταφέρουν πολύ περισσότερα και το κυριότερο θα έχουν και όλους εμάς στο πλευρό τους, γιατί τα προβλήματα και τις δυσκολίες τους τα γνωρίζουμε. Δεν χρειάζεται να φτάνουν στο έσχατο μέτρο του αποκλεισμού των δρόμων για να μας τα κοινοποιήσουν. Με αυτόν τον τρόπο αποξενώνονται από τη στήριξη των κοινωνικών ομάδων, οι οποίες πλήττονται από αυτές τις κινητοποιήσεις και προκαλούν την αγανάκτηση, αντί τη στήριξή τους. Γεγονός είναι πάλι, ότι και εδώ η γενικότερη οικονομική κρίση έχει τον αντίκτυπό της. Το πλεονέκτημα του γεωργού έναντι ενός απλού εργαζόμενου αστού είναι πως ο πρώτος μπορεί να επιβιώσει με λιγότερα στρέμματα σιτάρι ή καλαμπόκι, ενώ ο δεύτερος αν χάσει τη δουλειά του είναι καταδικασμένος.
Υστερόγραφο
Πολλά θα μπορούσαν να γραφτούν ακόμη για το θέμα, αλλά περιορίστηκα περιληπτικά στη σύγχρονη διάστασή του, προσπαθώντας να φωτίσω όσο καλύτερα όλες τις πλευρές. Και όπως λέω πάντα, κανείς δεν υποχρεούται να ασπαστεί τα γραφόμενά μου. Μπορεί όμως να τα συνδυάσει με τις δικές του απόψεις και να βγάλει τα συμπεράσματά του.



































