Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

H Ιστορία του χρήματος, μέρος Β’

«Χαρές και πλούτη να χαθούν και τα βασίλεια κι όλα
τίποτε δεν είν’ αν στητή μένει η ψυχή κι ολόρθη…»
                                                               Δ. Σολωμός

Πάει ο παλιός ο χρόνος…

Καλή χρονιά σε όλους μας. Αυτή την ευχή φέτος τη χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ, καθώς το 2012 που μόλις ξεκίνησε πρόκειται να είναι γεμάτο οικονομικές εκπλήξεις, πολιτικές εξελίξεις, αλλά και φοβερές καταστροφές, καθώς αν βγουν αληθινές οι προβλέψεις των Μάγιας και οι διάφορες επιστημονικές εκτιμήσεις, θα βιώσουμε ανακατατάξεις άνευ προηγουμένου στον πλανήτη μας, όπως αυτές της ομώνυμης ταινίας. Γι’ αυτά όμως θα μιλήσουμε σε άλλη ανάρτηση. Για την ώρα πρωταρχικό ρόλο έχουν τα οικονομικά δρώμενα, τα οποία σε συνδυασμό με τη γενικότερη αβεβαιότητα για το μέλλον της Ε.Ε. και την κρίση στην οποίαν σιγά – σιγά εισέρχονται δυνατές οικονομίες της, σίγουρα χαρτιά θα έλεγε κανείς της Ευρώπης, γεμίζουν με μια νότα απαισιοδοξίας τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας για την νέα χρονιά. Το βέβαιον είναι πως όσα γίνονται δεν τα συναντάμε πρώτη φορά στη σύγχρονη Ιστορία. Με κάποια ίσως παραλλαγή ως προς τα μεγέθη και τους όρους, όλα όσα διαδραματίζονται στις μέρες μας είναι επανάληψη του ίδιου έργου με τον ίδιο «παραγωγό» σε διαφορετική εποχή: το χρήμα. Είτε χρυσός ονομάζεται, είτε ευρώ, είτε δολάριο, έχει βαλθεί να μετατρέψει το ρυθμό της ζωής μας σε ημιτονοειδή καμπύλη, με κορυφές και κοιλάδες, μέγιστα και ελάχιστα, περιόδους ακμής και παρακμής. Σάμπως, τέτοιες δεν ήσαν και οι διακυμάνσεις όλων των πολιτισμών από την αρχαιότητα ως σήμερα; Με σκοπό λοιπόν να γνωρίσουμε τα τραγικά λάθη του παρελθόντος, τα οποία οδήγησαν χώρες ολόκληρες σε οικονομική καταστροφή, αλλά και ενορχηστρώσεις καταστάσεων με στόχο την αποκομιδή τεράστιων κερδών από αυτήν, συνεχίζω και εδώ το δεύτερο μέρος της ανασκόπησης της πορείας του χρήματος από την εποχή που «ανακαλύφθηκε» ο όρος επένδυση μέχρι σήμερα, για να εμπεδώσουμε πως όλα όσα γίνονται τώρα, θα μπορούσαν να αποφευχθούν, ή τουλάχιστον να μετριαστούν ως προς τις συνέπειές τους. Η αφέλεια των σπάταλων Κυβερνήσεων, η αθωράκιστη σε κάποιες περιπτώσεις οικονομία και κάποια τυφλή μεσοπρόθεσμη κοινωνική – κομματική πολιτική, ενίσχυσαν τα παραπάνω. Αποτέλεσμα: ασύδοτο τραπεζικό σύστημα, απληστία στο έπακρο, δημιουργία εικονικής ευημερίας σε μια φούσκα που όλοι νόμιζαν πως θα διογκώνεται επ΄ αόριστον και που όσοι έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου απομονώνονταν ως κινδυνολόγοι, ώσπου για μια ακόμη φορά έσκασε και συνεπήρε τα πάντα! Δείτε τι έγινε στις ΗΠΑ πριν λίγα χρόνια, δείτε τι συμβαίνει στην Ευρώπη στις μέρες μας. Αλλά ας πάμε λίγο πιο πίσω και ας συνεχίσουμε από εκεί που σταμάτησε το πρώτο μέρος αυτής της ιστορικής αναδρομής.

Σκιές από το παρελθόν

Το 1925 Υπουργός Οικονομικών της Αγγλίας ήταν ο Ουίστον Τσώρτσιλ, (Winston Leonard Spencer Churchill). Πρωτοστάτησε ίσως σε ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά λάθη του 20ου αιώνα, την επιστροφή της στερλίνας στο χρυσό κανόνα, με την ισοτιμία που είχε πριν από τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο, (123 λεπτοί κόκκοι χρυσού ή 4,86 δολάρια για κάθε λίρα). Κατά τη διάρκεια του πολέμου αυτού, οι τιμές στην Αγγλία, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχαν ανέβει αρκετά, κάτι που δεν συνέβη με τον ίδιο ρυθμό όμως στην άλλη πλευρά του ατλαντικού, (ΗΠΑ). Αν και σε πολλές χώρες της Ευρώπης οι τιμές επίσης ανέβηκαν, η ισοτιμία των νομισμάτων είχε παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα η νέα ισοτιμία της αγγλικής λίρας να την καταστήσει ως το ακριβότερο νόμισμα. Έτσι τα περισσότερα καταναλωτικά προϊόντα της αγοράς ήταν φθηνότερα σε σχέση με τα αντίστοιχα αγγλικής προέλευσης. Αν η στερλίνα επέστρεφε μεν στον χρυσό κανόνα, αλλά με κάποια μειωμένη ισοτιμία της τάξης του 10% (όπως υπολογίστηκε αργότερα), θα ήταν εξίσου ανταγωνιστική όπως και πριν. Μπορεί ο ιστορικός και κηδεμόνας του αγγλικού παρελθόντος Τσώρτσιλ να ήθελε να αποδείξει πως η διαχείριση της αγγλικής οικονομίας ήταν ξανά στέρεη και αξιόπιστη όπως κατά το 19ο αιώνα, μπορεί να επιθυμούσε η χώρα του να ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες, μπορεί να άκουσε τους (άβουλους) συμβούλους του, οι οποίοι απλά επικρότησαν την ιδέα του, χωρίς να τολμήσουν να φέρουν αντίρρηση, μπορεί να θαμπώθηκε από τους παχυλούς τίτλους των εφημερίδων, (οι times έγραφαν πως «παρέσυρε το πλήθος και τη βουλή σε ύψη ενθουσιασμού»), όμως μελλοντικά αποδείχθηκε πως επρόκειτο για μια απόφαση, η οποία φρέναρε την αγγλική οικονομία και επηρέασε τις εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας. Σε αυτού του είδους τις αποφάσεις συμμετέχουν συνήθως λίγοι άνθρωποι και η τάση για ομοφωνία είναι έντονη. Έτσι, αυτός που έχει το υψηλότερο γόητρο εκφράζει την άποψή του, την οποίαν τρέχουν να εγκωμιάσουν άπαντες έστω κι αν είναι λάθος, γιατί όταν οι άνθρωποι που έχουν μεγάλη φήμη κάνουν λάθος, η χειρότερη τακτική που μπορεί να ακολουθήσει κάποιος είναι να έχει δίκιο! Όσοι ενδέχεται να διαφωνήσουν δεν προσκαλούνται. Έτσι κι εδώ ο μόνος διαφωνίσας και αυτός ο οποίος έκανε γνωστό στον κόσμο το τραγικό λάθος του Τσώρτσιλ, δεν εκλήθη: ήταν ο Τζων Μαίυναρντ Κέυνς. Θα τον συναντήσουμε παρακάτω.

Μέτρα προσαρμογής

Η υπερτιμημένη λοιπόν στερλίνα κατέστησε τα προϊόντα της Αγγλίας στο εξωτερικό ακριβότερα, πράγμα που σήμαινε πως για να συνεχιστούν οι εξαγωγές θα έπρεπε να μειωθεί η τιμή τους, άρα και το κόστος παραγωγής τους. Και τι είναι αυτό που συνδέεται άμεσα με το κόστος παραγωγής; Το μεροκάματο! Το κόστος παραγωγής λοιπόν θα μπορούσε να μειωθεί μόνον αν μειώνονταν και οι μισθοί. Και αυτό θα μπορούσε να γίνει με δύο τρόπους: είτε να αγνοηθούν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και να υπάρξει μια οριζόντια τομή, είτε να αυξηθεί η ανεργία ώστε να εξασθενήσουν οι απαιτήσεις των συνδικαλιστικών ενώσεων, να απειληθούν οι εργαζόμενοι με καθισιό και να επέλθει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Για την ιστορία αναφέρω πως συνέβησαν και τα δύο: και οριζόντια τομή έγινε και η ανεργία αυξήθηκε! Οι επιχειρηματίες πρότειναν τρεις λύσεις που η Κυβέρνηση αποδέχθηκε: περισσότερες ώρες εργασίας, κατάργηση του κατώτερου ορίου μισθών και λιγότερες αποδοχές για όλους. Σας θυμίζει κάτι αυτό; Τα συνδικάτα φυσικά αρνήθηκαν και ξεκίνησαν απεργιακές κινητοποιήσεις, όχι 24ωρες και 48ωρες, αλλά πιο γενικευμένες. Η εξαθλίωση και η ανάγκη για επιβίωση λύγισε τον κόσμο, ο οποίος γύρισε μετά από εννιά μέρες κινητοποιήσεων πίσω στις δουλειές του και αρκέστηκε στα έστω και λίγα χρήματα ως αμοιβή. Περισσότερο κράτησαν την απεργία τους οι μεταλλωρύχοι, αλλά κι αυτοί μετά λίγους μήνες λύγισαν. Τα μέτρα λοιπόν, τα οποία ελήφθησαν στην Αγγλία το 1926 είναι αυτά που λαμβάνονται 75 χρόνια αργότερα στη χώρα μας για τον ίδιο σκοπό. Και αναρωτιέται κανείς: οι εξελίξεις σε όλους τους τομείς τις τελευταίες δεκαετίες γίνονται με τέτοιο ρυθμό, που αδυνατεί κάποιος να τις παρακολουθήσει. Στις οικονομικές θεωρίες γιατί μείναμε τόσο πίσω; Στερέψαμε από ιδέες, ή αδιαφορήσαμε; Ή μήπως απλά έτσι μας βόλευε;

Ο νόμος του Λίμπλινγκ

Ο Α. Λίμπλινγκ του περιοδικού “New Yorker” διατύπωσε την άποψη πως «αν κάποιος άνθρωπος με αρκετά πολύπλοκο μυαλό προχωρήσει μ’ έναν αρκετά διεστραμμένο τρόπο, αυτό που θα κατορθώσει στο τέλος είναι να κλωτσήσει τον εαυτό του στο δρόμο», (η διατύπωση στην αγγλική είναι πιο παραστατική). Παρά τα προσαρμοστικά μέτρα, οι τιμές των αγγλικών προϊόντων εξακολουθούσαν να παραμένουν πεισματικά υψηλές σε σύγκριση με των άλλων χωρών. Έτσι το χρήμα, (και κατ’ επέκτασιν και ο χρυσός), που θα μπορούσε να εισρεύσει στην Αγγλία πήγαινε αλλού και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες στις ΗΠΑ, οι οποίες μετά τον πόλεμο γνώριζαν σταθερά αυξανόμενη βιομηχανική δραστηριότητα σε όλους τους τομείς. Το θέμα της διαφυγής του χρυσού για εισαγωγές από την Αμερική άρχισε να παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις στις αρχές του 1927. Τότε, μια επιτροπή από ευρωπαίους τραπεζίτες, (Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας), μετέβη στη Ν. Υόρκη με σκοπό να «τον πάρει πίσω». Ζήτησε μεταξύ άλλων από το Ομοσπονδιακό Τραπεζικό Σύστημα των ΗΠΑ να χαλαρώσει τη νομισματική του πολιτική, χαμηλώνοντας το επιτόκιό του και δίνοντας δάνεια. Το ευκολότερο χρήμα και η περίσσεια ρευστότητας που αυτό συνεπάγεται, θα έφερνε στην αγορά περισσότερα δάνεια και καταναλώσιμο χρήμα και έτσι θα φρόντιζε να τραβήξει τις τιμές και στις ΗΠΑ προς τα πάνω, με αποτέλεσμα μικρότερο ανταγωνισμό για τα ευρωπαϊκής προέλευσης προϊόντα στη χώρα. Οι αμερικανοί δέχθηκαν. Αποτέλεσμα τούτου του εγχειρήματος, με εξαίρεση τους αγρότες, ήταν η περαιτέρω αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής, άρα και των κερδών και πάνω απ’ όλα, (σημειώστε το αυτό), οι αξίες στο χρηματιστήριο. Το εύκολο χρήμα έπρεπε να επενδυθεί. Και που αλλού θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα αν όχι στο ναό του χρήματος; (όπως τουλάχιστον νόμιζαν οι περισσότεροι). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζαν οι εταιρείες επενδύσεων και χαρτοφυλακίου. Και οι δύο περιπτώσεις αφορούσαν εταιρείες, οι οποίες δημιουργήθηκαν για να κάνουν επενδύσεις σε άλλες, οι οποίες με τη σειρά τους θα επένδυαν σε τρίτες και η αλυσίδα στο τέλος θα έκλεινε με μια εμπορική εταιρεία. Ταυτόχρονα θα πουλιόντουσαν ομολογίες και προνομιούχες μετοχές. Οι τόκοι και τα προνομιούχα μερίσματα θα πληρωνόντουσαν από ένα μέρος των κερδών της τελευταίας εμπορικής εταιρείας. Τα κέρδη που θα απέμεναν θα επέστρεφαν σαν ένας αλυσιδωτός καταρράκτης, στις κοινές μετοχές, οι οποίες θα κρατούσαν αυτά που είχαν επενδύσει για να ξεκινήσει η όλη κίνηση. Όλα αυτά υποθετικά και μόνο εφ’ όσον θα υπήρχαν αρκετά κέρδη. Όταν αυτά περιοριζόντουσαν, τότε ο τόκος των ομολογιών και οι προνομιούχες μετοχές απομυζούσαν όλα τα έσοδα κι ακόμη παραπάνω. Τίποτε δεν απέμενε για να φτάσει στις «πηγές» του ποταμού. Έτσι μπορούσε να συμβεί σε μια βδομάδα μετοχές εταιρειών επενδύσεων και χαρτοφυλακίου, από «κορυφαίες» ΑΑΑ να καταλήξουν «σκουπίδια» CCC.

Εταιρείες επενδύσεων - φούσκες

Ανάμεσα στην πληθώρα εταιρειών, οι οποίες δημιουργήθηκαν αποκλειστικά και μόνον για να επενδύουν σε άλλες και να παίζουν το παιχνίδι του ενδιάμεσου στον καταμερισμό των κερδών, μπορούμε να ξεχωρίσουμε μία, η οποία μέσα σε διάστημα έντεκα μηνών κατάφερε να δημιουργήσει τεράστιες υπεραξίες, να εξανεμίσει τα κεφάλαια των επενδυτών που την εμπιστεύτηκαν και τέλος να πτωχεύσει. Η αρχή έγινε στις 4 Δεκεμβρίου 1928. Ήταν η μέρα δημιουργίας της επενδυτικής εταιρείας Goldman Sachs Trading Corporation, (θυγατρική της Goldman του 1869), με μετοχές αξίας 100 εκατομμυρίων δολαρίων, (τα πρώτα 100 εκατομμύρια είναι δύσκολα όπως λένε), εκ των οποίων τα 90 πουλήθηκαν στον κόσμο. Το Φεβρουάριο του 1929 συγχωνεύτηκε με την Financial and Industrial Securities Corporation, μια άλλη εταιρεία επενδύσεων και το ενεργητικό της ανέβηκε στα 235 εκατομμύρια. Οι δύο αυτές συγχωνευμένες εταιρείες τον Ιούλιο του ιδίου έτους δημιούργησαν την «ΣΕΝΑΝΤΟΑ», (Shenandoah) και πήραν έγκριση για την έκδοση προνομιούχων μετοχών αξίας 102,3 εκατομμυρίων δολαρίων για να επενδυθούν σε άλλες μετοχές. Επειδή υπήρχε υπερκάλυψη του ποσού, εκδόθηκαν ακόμη περισσότερες μετοχές. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους πάντα, η ΣΕΝΑΝΤΟΑ δημιούργησε την εταιρεία Blue Ridge Corporation, (διευθυντής της οποίας ήταν ο John Foster Dales) και εκδόθηκαν 714 εκατομμύρια δολάρια σε χρεόγραφα για την εξαγορά μιας ακόμη εταιρείας επενδύσεων και μιας τράπεζας. Από κει και μετά άρχισε η κατηφόρα. Οι μετοχές της ΣΕΝΑΝΤΟΑ από 17,5 δολάρια που ήταν η αρχική τους αξία, ανέβηκαν στα 36 και τελικά έπεσαν στα 0,50! Η Blue Ridge με μερικά δικά της τεχνάσματα κατάφερε να ανεβάσει τη μετοχή της στα 222 δολάρια, αλλά λίγο αργότερα θα μπορούσε κανείς να τις αγοράσει για μόλις 2! Ρίξτε μια ματιά στην παρακάτω σύνδεση. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα: http://seekingalpha.com/article/26041-1929-s-closed-end-fund-craze-lessons-for-today

Μαύρη Πέμπτη

Για τον Γκόλντμαν Σακς, όπως και για όλες τις μετοχές, η κρίσιμη ημέρα ήταν η Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 1929. Τότε ανεξήγητο πώς, όλος ο κόσμος έτρεξε να ρευστοποιήσει τις μετοχές του, με αποτέλεσμα στο χρηματιστήριο να συμβεί το αδιαχώρητο και όλοι να έχουν την πεποίθηση πως είτε είχαν ήδη καταστραφεί, είτε θα καταστρέφονταν πολύ σύντομα. Σε μια προσπάθεια τόνωσης της αρνητικής κατάστασης, κάποιοι επενδυτές με οδηγό τη Μόργκαν αποφάσισαν να ρίξουν λίγο χρήμα στην αγορά και να αναστρέψουν το κλίμα. Προς στιγμήν φάνηκε να πετυχαίνει, αλλά τελικά ήταν μόνο προσωρινό. Ο κόσμος συνέχισε να συγκεντρώνεται ανήσυχος γύρω από το χρηματιστήριο και οι αρχές αποφάσισαν να κλείσουν τον εξώστη των επισκεπτών. Ένας από αυτούς που παρακολουθούσαν τη συνεδρίαση από τον εξώστη ήταν και ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, του οποίου η εμμονή για την επιστροφή στο χρυσό το 1925, η προσπάθεια για διάσωση της Αγγλίας που ακολούθησε με τη δημιουργία εύκολου χρήματος, αποτέλεσε κατά πολλούς την αιτία για όλα αυτά. Δεν ξέρει κανείς αν η παρουσία του Τσώρτσιλ ήταν τυχαία, ή είχε έρθει να παρακολουθήσει τη συνεδρίαση παρακινούμενος από κάποιο αίσθημα ενοχής. Η προσωρινή έστω διάσωση της κατάστασης δεν έμελλε να κρατήσει πολύ. Το πραγματικό κραχ ήρθε την ερχόμενη Τρίτη 29 Οκτωβρίου και αυτή τη φορά δεν έγινε κάποια επέμβαση για διάσωση. Ο κατήφορος κράτησε περίπου τρία χρόνια, με αντίστοιχη μείωση των καταναλωτικών δαπανών και του ΑΕΠ της χώρας, πτώχευση πολλών επιχειρήσεων και τραπεζών και μεγάλα ποσοστά ανεργίας. Ενημερωτικά αναφέρω πως μετά από τρία χρόνια η Αγγλία εγκατέλειψε για δεύτερη φορά το χρυσό κανόνα.

Το Γερμανικό θαύμα

Αν και δεν υπήρχε τότε ο όρος παγκοσμιοποίηση έτσι όπως τον βιώνουμε σήμερα, ωστόσο τα αποτελέσματα του κραχ είχαν αντίκτυπο σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης. Όσο πιο πλούσια ήταν μια χώρα, όσο πιο προηγμένη βιομηχανία είχε, τόσο βαθύτερη ήταν η ύφεσή της. Η πρωτότυπη τόσο τότε, όσο και σήμερα λύση που πρότειναν οι πολιτικοί ήταν κουράγιο, υπομονή και σφίξιμο στα ζωνάρια με την προσδοκία να βγουν οι χώρες αυτές απ’ την κρίση. Αν και ακούγεται παράδοξο, αυτοί που με τις επιλογές τους δημιούργησαν την κρίση, αυτοί είναι που τώρα θεωρούν πως η κρίση ήταν αναγκαία και πως ίσως κατά βάθος είχε και κάποιου είδους θεραπευτικές ιδιότητες, αφού μέσω αυτής το οικονομικό σύστημα θα απέβαλε το δηλητήριο που είχε συσσωρεύσει. Απόλυτος εφαρμοστής αυτής της λογικής ήταν ο Γερμανός καγκελάριος Heinrich Brüning, ο οποίος αύξησε τους φόρους και μείωσε τις αποδοχές των εργατών σε μια Γερμανία που το 1931 είχε ήδη 25% ανεργία. Ο κόσμος όπως ήταν φυσικό αγανάκτησε ακόμη περισσότερο και αμφισβητούσε τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, σε σημείο που να τη συγκρίνει με τις ιδέες του Χίτλερ. Ο τελευταίος, όταν ανέλαβε την εξουσία στη Γερμανία το 1933, κατάλαβε πως αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν να εφαρμόσει κατά γράμμα τις οδηγίες του Κέυνς, να κυκλοφορήσει χρήμα στην αγορά, ώστε να τονωθεί η ανεργία και τα εισοδήματα του λαού. Έτσι, δανείζονταν και ξόδευε χρήματα για την κατασκευή έργων υποδομής και ταυτόχρονα έβαλε φραγμούς στην έξοδο του χρήματος από τη χώρα με αυστηρό έλεγχο στη διακίνηση του συναλλάγματος. Αποτέλεσμα τούτου ήταν το χρήμα που έμπαινε στις τσέπες του κόσμου και των επιχειρηματιών να ξοδεύεται στο μεγαλύτερο ποσοστό του εντός των συνόρων και να τονώνει όλους τους τομείς της οικονομίας. Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, η ανεργία σχεδόν μηδενίστηκε και προς το τέλος της δεκαετίας, η Γερμανία κατάφερε να έχει καθολική απασχόληση με σταθερές τιμές, κάτι που στα βιομηχανικά δεδομένα αποτέλεσε μοναδικό επίτευγμα! Το επίτευγμα αυτό, αν και μοναδικό δεν έπειθε, καθώς το καθεστώς των ναζί αποτελούσε κόκκινο πανί για τους συντηρητικούς Άγγλους και Αμερικάνους, οι οποίοι θεωρούσαν κάτι παραπάνω από βέβαιο πως η οικονομία της Γερμανίας σύντομα θα κατέρρεε. Οι ΗΠΑ θα έπρεπε να περιμένουν τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο για να δουν την ανεργία τους να μειώνεται δραστικά και τους ανέργους να σπανίζουν μόλις το 1942. Ο Χίτλερ κατάφερε να φέρει την καθολική απασχόληση όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στις χώρες των «εχθρών» του. Ίσως ήταν ο μόνος, ο οποίος άθελά του να αποτέλεσε τον πιο ένθερμο υποστηρικτή των κεϋνσιανικών ιδεών.

Ο John Maynard Keynes

Οι ιδέες, οι οποίες κατά καιρούς δημιουργούν τις επαναστάσεις, δεν προέρχονται, όπως ίσως θεωρούν οι περισσότεροι, από τις μάζες του λαού, (που θα είχαν και κάθε λόγο να επαναστατήσουν), αλλά από το χώρο των διανοουμένων, τους οποίους και χαρακτηρίζουν ως ανίκανους, καβγατζήδες, διεστραμμένους και απειθάρχητους. Όσοι νοιώθουν άνετοι με τα πράγματα έτσι όπως είναι, οι στην κυριολεξία συντηρητικοί, θεωρούν τους διανοούμενους επικίνδυνους, αξιοκατάκριτους και υπεύθυνους για τον άσκοπο ξεσηκωμό των φτωχών και των δυσαρεστημένων, ενώ οι ίδιοι, (οι διανοούμενοι πάντα), πιστεύουν πως τους αντιπαθούν επειδή ζηλεύουν το μυαλό τους. Στην ουσία, οι διανοούμενοι εξυπηρετούν και τους δύο: και τους συντηρητικούς και τους ριζοσπαστικούς. Πριν και μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, οι ιδέες τους συνέβαλαν στο να διασωθεί το γόητρο του καπιταλισμού. Όπως δεν ήρθαν από τις μάζες οι ιδέες του σοσιαλισμού, έτσι και αυτές που έσωσαν τον καπιταλισμό δεν ήρθαν από τους επιχειρηματίες, τους τραπεζίτες, ή τους κατόχους μετοχών, (η αξία των οποίων είχε μηδενιστεί). Ήρθαν βασικά από τον Τζων Μέυναρντ Κέυνς, η μοίρα του οποίου ήταν να θεωρηθεί ιδιαίτερα επικίνδυνος από την τάξη την οποία διέσωσε! Θα ήταν λοιπόν σημαντική παράλειψη, στη μικρή αυτή ιστορική αναδρομή στην πορεία του χρήματος, η μη αναφορά σε έναν εκ των δύο σημαντικότερων οικονομολόγων του 20ου αιώνα, (ο έτερος ήταν ο Μίλτον Φρίντμαν), οι θεωρίες του οποίου αποτέλεσαν σημείο τριβής, αλλά και επανάστασης στις μέχρι τότε ισχύουσες απόψεις σχετικά με την ανάπτυξη, την απασχόληση, το χρήμα και τις επενδύσεις. Γεννήθηκε στο Κέμπριτζ το 1883, (τη χρονιά που πέθανε ο Καρλ Μαρξ), από οικογένεια οικονομολόγων, έζησε τη φρίκη των δύο παγκοσμίων πολέμων, το κραχ του 1929, τις προσπάθειες για ανάταση της παγκόσμιας οικονομίας και αφού διατέλεσε καθηγητής πανεπιστημίου, μαθηματικός, συγγραφέας, αλλά και ανώτατος κρατικός υπάλληλος, έφυγε από τη ζωή το 1946.

Η ζωή του

Σπούδασε στα σημαντικότερα ίσως πανεπιστήμια της εποχής, όπως στο Τρίνιτι, στο ΄Ηττον και στο Κινγκς, στο οποίο μαζί με μερικούς ακόμη ένθερμους νεαρούς συμμετείχε στην ομάδα Bloomsbury, μια «λέσχη» διανοουμένων, φιλοσόφων και καλλιτεχνών, οι οποίοι ζούσαν και δραστηριοποιούνταν στην ομώνυμη περιοχή του Λονδίνου το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Όλοι τους ήταν βαθιά επηρεασμένοι από τον Άγγλο φιλόσοφο George Moore, ο οποίος μεταξύ άλλων πίστευε πως «τα θέματα που είναι κατάλληλα για αντικείμενα διάπυρης σκέψης και επικοινωνίας είναι: κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, η ομορφιά και η αλήθεια. Οι πρωταρχικοί σκοποί της ζωής είναι: η αγάπη, η δημιουργία και το κυνήγι της γνώσης. Από αυτά πρώτη και με διαφορά έρχεται η αγάπη». Ο Κέυνς επηρεάστηκε βαθιά και από τον διάσημο οικονομολόγο Alfred Marshall, ο οποίος βασίλευε στον κόσμο των αγγλοαμερικανικών οικονομικών και του οποίου το βιβλίο «Αρχές» ήταν στην ύλη πολλών πανεπιστημίων της Αγγλίας, όπως π.χ. του Μπέρκλεϋ. Παρά τις οικονομικές του σπουδές, απέτυχε στις εξετάσεις των δημοσίων υπαλλήλων και μάλιστα στο μάθημα των οικονομικών και έδωσε την χαρακτηριστική εξήγηση πως «οι εξεταστές γνώριζαν μάλλον λιγότερα απ’ όσα εγώ». Παρ’ όλα αυτά μπόρεσε να πάρει μια θέση στο υπουργείο των Ινδιών, στο οποίο δεν είχε και πολλά πράγματα να κάνει, με αποτέλεσμα να επιδοθεί στο γράψιμο μελετών. Αργότερα πήρε υποτροφία για το Καίμπριτζ από τον ίδιο τον Alfred Marshall. O A’ παγκόσμιος πόλεμος τον βρήκε στο υπουργείο των Οικονομικών με καθήκοντα να καλύπτει όλες τις υπερατλαντικές πολεμικές αγορές με έσοδα από το αγγλικό εμπόριο, από δάνεια και από τις αποδόσεις των χρεογράφων που εκδίδονταν και πωλούνταν στο εξωτερικό.

Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης

Μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, ο Κέυνς ως στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών επιλέχθηκε για να συμμετάσχει στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων στις αρχές του 1919 για την υπογραφή και επισήμως των συνθηκών λήξης του πολέμου και την «απόδοση ευθυνών» στα κράτη τα οποία εθεωρούντο υπεύθυνα για το αιματοκύλισμα της Ευρώπης. Το κλίμα δεν ήταν φιλικό, εκδικητικό θα έλεγε κανείς, κυρίως ως προς τη Γερμανία, στην οποία επεβλήθη η καταβολή του ασύλληπτου ποσού των 33 δις δολαρίων(!) ως αποζημίωση, η παραχώρηση εδαφών, (Αλσατία, Λωρραίνη, Πόζεν, Σάαρ, Γκντανσκ), η μείωση του αριθμού των στρατιωτών της, καθώς και η απαγόρευση κατασκευής οποιουδήποτε στρατιωτικού-αμυντικού υλικού! Όλα αυτά εξόργισαν τον Κέυνς, ο οποίος παραιτήθηκε από την επιτροπή τον Ιούνιο του ίδιου έτους και επέστρεψε στην Αγγλία. Εκεί έγραψε ένα κείμενο, στο οποίο καταφέρονταν με οργή κατά των άρθρων της Συνθήκης, και μάλιστα υποστήριζε πως το μόνο που θα κατόρθωνε η Ευρώπη με αυτήν, θα ήταν να τιμωρήσει τον εαυτό της, ζητώντας να πάρει από τους Γερμανούς περισσότερα από όσα είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν, κάτι που αποδείκνυε με αριθμούς και πως αυτό θα οδηγούσε στην επανάληψη του πολέμου με μεγαλύτερη ένταση! (σύμπτωση;). Τίτλος του έργου: «Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης». Δημοσιεύτηκε πριν το τέλος του 1919 και απέσπασε δυσμενείς κριτικές κυρίως από τους Times. Έφερε όμως χαρά στους «αδικημένους», καθώς τους δημιούργησε ένα σοβαρό υπόβαθρο για να υποστηρίξουν πως υπέφεραν από τους όρους αυτής της συνθήκης, (ο Χίτλερ αργότερα το χρησιμοποίησε δεόντως). Η κίνηση αυτή του Κέυνς τον κράτησε για πολλά χρόνια έξω από τις δημόσιες υποθέσεις, γιατί είχε παραβεί τους κανόνες. Η κατάρα του δημόσιου άντρα είναι ότι προσαρμόζει πρώτα τη γλώσσα του και μετά τις απόψεις του, ανάλογα με τη θέση που κατέχει! Τις περισσότερες φορές ο έξυπνος άνθρωπος δεν είναι περιζήτητος, αντίθετα αντιμετωπίζεται ως πιθανή απειλή. Μήπως δεν ισχύει και σήμερα κάτι τέτοιο;

Το έργο του

Τον περισσότερο καιρό ο Κέυνς τον πέρασε γράφοντας. Το καλό γράψιμο προκαλεί υποψίες, γιατί μπορεί να δημιουργήσει ρεύμα και να πείσει τον κόσμο, αλλά απαιτεί και καθαρή σκέψη. Κανείς δεν μπορεί να εκφράσει καλά κάτι που δεν καταλαβαίνει ο ίδιος. Έτσι λοιπόν το καθαρό γράψιμο αντιμετωπίζεται ως απειλή, σαν κάτι το βαθύτατα καταστρεπτικό για τους πολυάριθμους μελετητές, οι οποίοι καλύπτουν τη μετριότητα της σκέψης τους πίσω από τα ακαταλαβίστικα κείμενά τους. Κατά έναν επίσης παράδοξο τρόπο τα ακαταλαβίστικα ή διφορούμενης έννοιας κείμενα προσελκύουν οπαδούς, (όταν η κατανόηση φτάσει μετά από πολύ προσπάθεια, ο αναγνώστης κρατάει με πείσμα αυτό που πιστεύει ακόμη και όταν υπάρχουν αρκετές αοριστίες και αντιλογίες, όπως στη Βίβλο ή στον Μαρξ και πάντα βρίσκει κάτι που να θέλει να πιστεύει), οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι ανήσυχα μυαλά που δεν συμβιβάζονται εύκολα με την πεπατημένη. Όταν το δοκίμασε αυτό, ο Κέυνς αποδείχθηκε υπέροχος συγγραφέας, κάτι το οποίο μεγάλωσε ακόμη περισσότερο την καχυποψία με την οποίαν τον αντιμετώπιζαν, με αποτέλεσμα να μείνει «απέξω». Δεν ξέρω αν ήταν προς όφελός τους η απομόνωση στην οποία τον είχαν υποβάλει, καθώς ο Κέυνς ως διευθυντής πολλών εταιρειών και πρόεδρος της ασφαλιστικής εταιρείας national mutual insurance company, είχε άποψη, η οποία μάλιστα ακούγονταν και δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Ίσως να ήταν καλύτερη στρατηγική να τον είχαν κρατήσει μέσα στην ομάδα τους, ώστε να μπορούν στο μέτρο του δυνατού να τον ελέγχουν. Μετά το κραχ του 1929, ο Κέυνς ήταν ξεκάθαρος ως προς την πορεία που έπρεπε να ακολουθηθεί για να ανασάνει λίγο η οικονομία: πίστευε πως η κυβέρνηση θα έπρεπε να δανειοδοτείται και τα χρήματα από τη δανειοδότηση αυτή να ξοδεύονται σε έργα υποδομής. Ο δανεισμός θα εξασφάλιζε την αύξηση στην προσφορά του χρήματος, (Μ1 στον τύπο του Ιρβινγκ Φίσερ) και αυτό που ξοδεύονταν, θα ξοδεύονταν στη συνέχεια και από τους αποδέκτες του χρήματος, εργάτες κ.λπ. Έτσι οι κυβερνητικές δαπάνες από τη μια και οι δαπάνες εκείνων που θα έπαιρναν τα χρήματα από την άλλη, θα εξασφάλιζαν πως δεν θα υπήρχε καμιά αντισταθμιστική πτώση της ταχύτητας στα V και V1. Δεν έπρεπε μόνο να δημιουργείται χρήμα, αλλά να εξασφαλίζεται και η χρήση του. Αυτό ήταν που εφαρμόστηκε στη Γερμανία και είδαμε τα αποτελέσματα που είχε στην οικονομία της χώρας μέσα σε μια πενταετία, γι’ αυτό και όχι άδικα ο Χίτλερ θεωρήθηκε ως ο πρώτος εφαρμοστής της Κεϋνσιανικής θεωρίας.

Η γενική θεωρία

Όλα αυτά συμπεριελήφθησαν στο δεύτερο βιβλίο που έγραψε το 1936 με τίτλο "Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του Τόκου και του Χρήματος". Ο Κέυνς υποστήριζε την αναδιανομή μέρους των κερδών του κεφαλαίου στις κατώτερες τάξεις, με τη μορφή κοινωνικών επιδομάτων και άλλων παροχών (Κεϋνσιανική ρύθμιση), προκειμένου να αποφεύγεται η δυσαρέσκεια των στρωμάτων αυτών και κατά συνέπεια οι αναταραχές. Ας σημειωθεί όμως ότι μια τέτοια ρύθμιση δεν ήταν ποτέ στόχος του ίδιου του Κέυνς. Ο Κέυνς πρότεινε την άνοδο των δημοσίων δαπανών σε περιόδους κρίσεων για να καλύψουν μέρος του ελλείμματος ζήτησης, που, υπό προϋποθέσεις μπορεί να οδηγήσει την οικονομία μακριά από μια θέση ισορροπίας πλήρους απασχόλησης. Οι δημόσιες δαπάνες μπορεί να ξοδεύονται ως επιδόματα ανεργίας κτλ, ο κύριος στόχος όμως δεν είναι η αναδιανομή αλλά η επανόρθωση της ισορροπίας. Μάλιστα η αύξηση της φορολογίας σε περιόδους κρίσης είναι πλήρως αντίθετη στη νοοτροπία του Κέυνς ο οποίος ζητά αύξηση των επενδύσεων στις κρίσεις, με χρήματα τα οποία προέρχονται από τα πλεονάσματα στις καλύτερες εποχές. Το βασικό συμπέρασμα του Κέυνς ήταν ότι το οικονομικό σύστημα μπορούσε να ισορροπήσει και χωρίς καθολική απασχόληση, όπως πίστευαν μέχρι τότε και μάλιστα σε περιόδους με συνεχιζόμενη υψηλή ανεργία. Τα τελικά αίτια της «ισορροπίας της υποαπασχόλησης», όπως την ονόμαζαν οι οικονομολόγοι της εποχής, βρίσκονταν στις προσπάθειες ατόμων και επιχειρήσεων να αποταμιεύσουν περισσότερα χρήματα, από όσα ήταν συμφέρον εκείνη την εποχή στους επιχειρηματίες να επενδύουν. Ό,τι αποταμιεύεται θα πρέπει τελικά να ξοδευτεί, διαφορετικά θα υπάρξει έλλειμμα στην αγοραστική δύναμη, κάτι το οποίο αντιτίθετο στην καθιερωμένη μέχρι τότε οικονομολογία, που πίστευε πως το εισόδημα από την παραγωγή των διαφόρων προϊόντων ήταν αρκετό για να αγοράσει αυτά τα προϊόντα. Θεωρούσαν πως οι αποταμιεύσεις επενδύονταν πάντοτε. Αν και δεν το αρνήθηκε αυτό ο Κέυνς, απέδειξε πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτευχθεί με μια πτώση στη συνολική παραγωγή της οικονομίας. Μια τέτοια ύφεση θα περιόριζε τις αποδοχές, θα μετέτρεπε τα εμπορικά κέρδη σε απώλειες και ενώ θα περιόριζε τις επενδύσεις, θα περιόριζε τις αποταμιεύσεις ακόμη περισσότερο. Η θεραπεία κατά τον Κέυνς ήταν η κάθε κυβέρνηση να δανείζεται και να επενδύει. Αν δανειζόταν και επένδυε αρκετά, όλες οι αποταμιεύσεις θα αντισταθμίζονταν με επενδύσεις σ’ ένα υψηλό επίπεδο παραγωγής και απασχόλησης. Η «γενική θεωρία» επικύρωνε τη θεραπεία που είχε προτείνει από παλιά.

Η καθιέρωση των ιδεών του στις ΗΠΑ

Η δημοσίευση της «γενικής θεωρίας» έγινε βασικό θέμα συζητήσεων στα οικονομικά πανεπιστήμια με πρώτο το Χάρβαρντ, καθώς ούτε λίγο ούτε πολύ περιέγραφε μια λύση χωρίς επανάσταση, όπου ο ευχάριστος κόσμος μας παρέμενε και θα έφευγαν η ανεργία και η οδύνη. Βέβαια οι ιδέες εκείνες έγιναν περισσότερο αποδεκτές από τους φοιτητές αυτών των πανεπιστημίων και όχι από τους καθηγητές, οι οποίοι τις έβλεπαν αποδοκιμαστικά. Ωστόσο δεν μπόρεσαν να ανακόψουν την ορμή τους, καθώς η κοινωνία την περίοδο εκείνη του μεγάλου μαρασμού, είχε ανάγκη από κάτι καινούργιο και πόσο μάλλον από ιδέες, που φαινόντουσαν πραγματοποιήσιμες. Μια τέτοια ανάγκη φαίνεται να έκανε τον Μάρινερ ‘Ηκλς, (Marriner Stoddard Eccles), πρόεδρο του Ομοσπονδιακού Τραπεζικού Συστήματος, ο οποίος είχε δει ουρές ανθρώπων στις τράπεζές του να προσπαθούν να πάρουν τα χρήματά τους, κόσμο να αναζητά εργασία χωρίς καμιά ελπίδα, αγρότες με ανύπαρκτο εισόδημα να ζουν σε άθλιες συνθήκες έξω από τα όρια της πόλης, να αναρωτηθεί γιατί να μην δοκιμάσει έστω η κυβέρνηση να δημιουργήσει θέσεις εργασίας ξοδεύοντας χρήματα σε επενδύσεις; Αυτός και ο βοηθός του, ο καναδός Λώτσλιν Κιούρι, καθηγητής στο Χάρβαρντ και προς το τέλος της δεκαετίας του 1930 σύμβουλος του προέδρου Ρούζβελτ σε οικονομικά ζητήματα, ήταν οι πρωτεργάτες της λεγόμενης Κεϋνσιανικής επανάστασης. Ακολούθησαν και άλλοι, άνθρωποι με μεγάλη επιρροή στη χώρα, με αποτέλεσμα προς το τέλος της δεκαετίας την αποδοχή του Κέυνς και των ιδεών του στην αμερικανική οικονομική σκέψη. Παρ΄ όλα αυτά όμως οι ενέργειες για την πρακτική εφαρμογή των ιδεών του ήταν άτονες! Έπρεπε να ξεσπάσει ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος για να φέρει την κεϋνσιανική θεραπεία.

Μαθήματα από το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο

Ο πόλεμος αποκάλυψε δύο από τα πιο σταθερά χαρακτηριστικά της κεϋνσιανικής επανάστασης: το ένα ήταν η ηθική διαφορά ανάμεσα στις δαπάνες για το καλό του κόσμου και τις δαπάνες για τον πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του μαρασμού, πίστευαν πως τα περιορισμένα έξοδα για τους ανέργους, ήταν επικίνδυνα για την οικονομία. Τώρα οι αυξημένες δαπάνες για τον πόλεμο ήταν ασφαλείς. Μήπως δεν ισχύει κάτι τέτοιο ακόμη και σήμερα; Οι αυξημένες αυτές δαπάνες περιόρισαν την ανεργία στις ΗΠΑ σε σημείο που από κάποια στιγμή και μετά οι άνεργοι να σπανίζουν. Ταυτόχρονα με την εξάλειψη της ανεργίας όμως, έκανε την εμφάνισή του ο πληθωρισμός, ο οποίος θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, κατά τον Κέυνς πάντα, με αύξηση στους φόρους, ώστε να αντισταθμιστούν οι δαπάνες και να διατηρηθεί χαμηλό το έλλειμμα του προϋπολογισμού της χώρας. Επί πλέον, το κόστος ζωής θα έπρεπε να μείνει σταθερό κι αν κρινόταν αναγκαίο να επιδοτούντο ακόμη και τα τρόφιμα και αν κάποια ευρίσκονταν σε ανεπαρκείς ποσότητες να μοιράζονταν με δελτίο. Το εγχείρημα είχε επιτυχία, οι τιμές παρέμειναν σχεδόν σταθερές καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου και μόνο όταν αυτός τελείωσε και σταμάτησε ο έλεγχος των τιμών το 1946, τότε αυξήθηκαν. Η ίδια πολιτική τιμών εφαρμόστηκε και μάλιστα με επιτυχία και στην Αγγλία. Αυτό ήταν. Η γενική θεωρία έγινε πράξη. Και εφ’ όσον είχε επιτυχία στον πόλεμο, γιατί να μην έχει και στην ειρήνη. Μόνο σε ένα σημείο είχε αδυναμία το κεϋνσιανικό σύστημα, στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού!

Bretton Woods

To 1944 μια αντιπροσωπεία από 44 κράτη συγκεντρώθηκαν στο Bretton Woods της πολιτείας New Hampshire, για να πάρουν αποφάσεις, οι οποίες θα εξασφάλιζαν πως λάθη του παρελθόντος τα οποία σχετίζονταν με το χρυσό και τις επανορθώσεις, δεν θα επαναλαμβανόταν. Δεν ήταν συνδιάσκεψη κρατών, ήταν κάτι σαν αναμέτρηση των 44 εκπροσώπων και του Κέυνς! Αποτέλεσμα αυτής της «αναμέτρησης» ήταν η δημιουργία της Διεθνούς Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης και του γνωστού μας πλέον Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η πρώτη θα ασχολούνταν με την παροχή βοήθειας και όχι με την τιμωρία εκ μέρους των νικητριών δυνάμεων, για την ανασυγκρότηση των χαμένων, (αυτό δηλαδή που υποστήριξε ο Κέυνς στον φιλιππικό του για τη συνθήκη των Παρισίων) και το δεύτερο θα έδινε κάποιο μικρό ποσοστό ελαστικότητας στην κυριαρχία του χρυσού, (καμιά σχέση με τα σημερινά του «καθήκοντα»). Όποια χώρα βρισκόταν σε ύφεση, θα μπορούσε να δανειστεί από το ΔΝΤ με σκοπό να την ξεπεράσει. Ο πόλεμος τελείωσε και η Αγγλία ζήτησε δάνειο, (3,75 δις δολάρια), για να ανασυγκροτηθεί η οικονομία της, να βελτιωθεί η παραγωγή και να αρχίσουν και πάλι οι εξαγωγές να πληρώνουν για τις εισαγωγές. Ένας από τους διαπραγματευτές αυτού του δανείου ήταν και ο Κέυνς. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η στερλίνα ήταν υπό αυστηρό συναλλαγματικό έλεγχο και εξ αιτίας τούτου πολλοί, (έμποροι της μαύρης νομισματικής αγοράς, κερδοσκόποι, αλλά και τράπεζες), είχαν συσσωρεύσει «πολεμικούς θησαυρούς» σε αυτό το μη μετατρέψιμο νόμισμα. Ένας από τους όρους του δανείου όριζε, πως θα γινόταν ολοκληρωτικά και ελεύθερα μετατρέψιμο σε δολάρια, άρα και σε χρυσό, το 1947, (όπως προέβλεπε το χρονοδιάγραμμα). Αυτό ήταν. Όλοι όσοι είχαν στερλίνες έτρεξαν να τις μετατρέψουν σε δολάρια. Μέσα σε λίγες μέρες το δάνειο είχε εξαφανιστεί. Το 1925 η υπερτιμημένη στερλίνα, έφερε την ευθύνη για τα καταστροφικά αποτελέσματα στην οικονομία. Είκοσι δύο χρόνια αργότερα φέρει την ευθύνη για την εξαφάνιση του 1ου μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο αγγλικού δανείου! Ο Κέυνς πίστευε πως αυτοί που αποφαίνονται μόνοι τους για την οικονομική τους σοφία, είχαν μια θαυμάσια συνέπεια, ειδικά στα λάθη τους! Μετά το φιάσκο του αγγλικού δανείου, ήρθε το σχέδιο Μάρσαλ, (για το οποίο έχω αναφερθεί στο παρελθόν). Τα αποτελέσματα της θεωρίας του Κέυνς ήταν τώρα χειροπιαστά. Είχαν όλοι καταλάβει πως έπρεπε να παρέχεται βοήθεια στον ηττημένο εχθρό και όχι να τιμωρείται!

Η μετά Κέυνς εποχή

Για περίπου τριάντα χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, ο καπιταλισμός λειτούργησε τέλεια. Παντού, στις βιομηχανοποιημένες χώρες, η παραγωγή αυξήθηκε και η ανεργία ήταν χαμηλή. Όταν κάτι πήγαινε στραβά, οι κυβερνήσεις επέμβαιναν και απέτρεπαν την κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας, όπως ακριβώς είχε προτείνει ο Κέυνς. Παρά τα θετικά, υπήρχαν σαφώς και μειονεκτήματα στην κεϋνσιανική θεωρία. Οι φτωχές χώρες, όπως και η δική μας δυστυχώς, δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν την ανάπτυξη των βιομηχανικών χωρών μέσα από τη στήριξη των χρημάτων Μάρσαλ, γιατί απλούστατα τους έλλειπαν η βιομηχανική εμπειρία, η ικανότητα, η πειθαρχία, οι υποδομές και επιπλέον μια αποτελεσματική κεντρική κρατική διοίκηση. Αυτά δυστυχώς δεν μπορούσαν να αγοραστούν με χρήματα! Ένα άλλο τυφλό σημείο της θεωρίας, στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα ήταν και η αδυναμία της στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Ενώ είχε αποτελεσματικές λύσεις για τη διαχείριση της ύφεσης και της ανεργίας, στον τομέα αυτόν μειονεκτούσε. Έγινε κατά κάποιο τρόπο κατανοητό πως οι ιδέες του Κέυνς ήταν εφαρμόσιμες στις πλούσιες χώρες και όχι στις φτωχές. Διαπιστώθηκε επίσης πως η εποχή Κέυνς είχε περιορισμένο διάστημα ζωής. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 60 οι τιμές ανέβαιναν σταθερά, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και ο πληθωρισμός. Ο πληθωρισμός θεραπεύεται με υψηλά ποσοστά ανεργίας, κάτι τέτοιο όμως αντιτίθετο στην ουσία της κεϋνσιανικής θεωρίας, η οποία σκοπό είχε κυρίως να τη θεραπεύσει. Έτσι, αργά, αλλά σταθερά οι οικονομικοί εγκέφαλοι έπρεπε να βρουν άλλες οδούς, που να μπορούσαν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.

Ο καιρός της φούσκας

Μετά το κραχ του 1929, η λειτουργία του τραπεζικού συστήματος μπήκε σε κανόνες, υπό κρατική επιτήρηση θα έλεγε κανείς, ώστε να αποφευχθεί τυχόν επανάληψη παρόμοιου φαινομένου. Κι αυτό φαίνεται να λειτούργησε καλά για περίπου πενήντα χρόνια. Κάπου προς τα τέλη της δεκαετίας του 70, οι τράπεζες άρχισαν να επιδιώκουν όλο και περισσότερο την ανεξαρτητοποίησή τους από τους κρατικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, με σκοπό να παίξουν χωρίς φραγμούς το παιχνίδι της κερδοσκοπίας, χρησιμοποιώντας τα κεφάλαια που στριμώχνονταν στα θησαυροφυλάκιά τους. Σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά με διαφορετική ταχύτητα, οι κυβερνήσεις έκαναν πίσω παρέχοντας στους τραπεζίτες ό,τι ζητούσαν και πριν την αυγή της νέας χιλιετίας ανεξαρτητοποιήθηκαν πλήρως. Σ’ αυτό βοήθησε βέβαια κυρίως η διαφθορά των κυβερνώντων, η οποία σε όλες τις περιπτώσεις έπαιξε αποφασιστικό ρόλο. Θεωρήθηκε λοιπόν επένδυση από τους τραπεζίτες με μακροπρόθεσμα οφέλη το λάδωμα των κυβερνήσεων, με σκοπό να αφήσουν το χρήμα να ξεζουμίσει τις ανυποψίαστες οικονομίες και τον άπειρο λαό, που με την ιδέα της αποκομιδής κερδών και της ανόδου του στο κοινωνικό στερέωμα, δεν δίσταζε να επενδύσει το μικρό ούτως ή άλλως κομπόδεμά του σε προϊόντα που ούτε να τα προφέρει δεν γνώριζε. Ακόμη και σήμερα αν ρωτήστε κάποιον τι είναι τα CDS, το πιο πιθανό είναι να σας πει πολλά CD! Δείτε τι έγινε με το χρηματιστήριο της Αθήνας την περίοδο 1999-2001. Οι περισσότεροι γνωρίζαμε πως κάποια στιγμή η φούσκα θα σκάσει, αλλά κανείς μας δεν έκανε πίσω! Παρατούσαμε ό,τι κι αν κάναμε για να ακούσουμε πώς έκλεισε η τάδε ή η δείνα μετοχή και να υπολογίσουμε τα κέρδη μας στο τέλος κάθε συνεδρίασης! Δεν αρκούμασταν σε κέρδη 10 και 20%. Περιμέναμε να πλουτίσουμε! Δεν μας έφτανε η αφέλειά μας, γίναμε και άπληστοι. Η φούσκα έσκασε κι ακόμα να συνέλθουμε. Όπως λέει κι ο λαός, «όποιος γυρεύει τα πολλά, χάνει και τα λίγα».

Το εύκολο χρήμα

Σε παγκόσμιο επίπεδο τα πρώτα σύννεφα της κατάρρευσης φάνηκαν με την αυγή της νέας χιλιετίας. Με αφετηρία τη χειραφέτησή τους, πολλές τράπεζες συνασπίστηκαν και δημιούργησαν επενδυτικά σχήματα παγκόσμιας εμβέλειας και τεράστιας κεφαλαιακής επάρκειας. Τα τρικ στα διάφορα προϊόντα, είτε παράγωγα ονομάζονταν αυτά, είτε δομημένα ομόλογα, είτε CDO’s, (χρεωστικά ομόλογα), σε συνδυασμό με τα CDS, (ασφάλιστρα μη πληρωμής), κατέστησαν κάτι παραπάνω από εύκολο το δανεισμό, αφού ουσιαστικά πληρωθούν δεν πληρωθούν τα δάνεια, οι τράπεζες ήταν εξασφαλισμένες. Τόσο μεμονωμένα άτομα, όσο και Κράτη ολόκληρα, έπεσαν απερίσκεπτα στη δίνη του εύκολου χρήματος, μην υπολογίζοντας πως κάποια στιγμή θα χρειαστεί να πληρωθούν τα δανεικά. Κι άντε να την πατήσω εγώ ως ευφάνταστος και ευκολόπιστος πολίτης, αλλά οι κυβερνήσεις, πώς πιάστηκαν κορόιδα; Φταίει η κοινωνική τους πολιτική, οι κομματικές επιδιώξεις, φταίει η διαφθορά των κυβερνήσεων; Εμείς σίγουρα δε φταίμε, όμως καλούμαστε να τραβήξουμε τα πάνδεινα ώστε να σωθεί σήμερα η Ελλάδα. Παρακολουθήστε την πορεία της χώρας μας, από το 1974 και το πρώτο μετά τη μεταπολίτευση δάνειο από το ΔΝΤ, τη δήλωση του Ανδρέα Παπανδρέου, (το 1986 αν θυμάμαι καλά), πως «δαπανάμε σαν κοινωνία πιο πολλά από ό,τι παράγουμε», την παρ’ ολίγον χρεωκοπία το 1994, την με κομπίνα ένταξη στο Ευρώ το 2002 και το θρυλικό «λεφτά υπάρχουν» του υιού Παπανδρέου το 2009 και διαπιστώστε πως μόνο ένας τυφλός δεν θα έβλεπε πού θα κατέληγε αυτή η πορεία. Οι κυβερνήσεις μας εθελοτυφλούσαν μπροστά στη σταθερή αύξηση των υποχρεώσεών μας έναντι των δανείων με ταυτόχρονη μείωση των προοπτικών αποπληρωμής τους. Δανειζόμασταν και εξακολουθούμε να το κάνουμε χωρίς φραγμούς για να πληρώνουμε παλαιότερα δάνεια! Δεν συνετιστήκαμε, (εννοώ το Κράτος), ούτε παραδειγματιστήκαμε από την Αργεντινή, δεν συγκινηθήκαμε από την Ισλανδία, δεν υποψιαστήκαμε από την πτώση της Lehman το 2008 και όταν φτάσαμε στο απροχώρητο ζητήσαμε συμβουλές από την Ουγγαρία! Κι επειδή ό,τι κάνουμε φροντίζουμε να γίνεται με τρόπο μοναδικό, είχαμε και την παγκόσμια πρωτοτυπία να πάθουμε αυτό που πάθαμε εξ αιτίας των χρεών της κεντρικής κυβέρνησης της χώρας μας και όχι των τραπεζών! Οι κυβερνήσεις μας σε κάποιες περιπτώσεις αναγκάστηκαν να χρεωθούν, (θυμηθείτε τι έγραφα παλαιότερα για τους οικονομικούς δολοφόνους), αλλά τα χρήματα αυτής της «τοκογλυφίας» στην πλειοψηφία τους χρησιμοποιήθηκαν για οτιδήποτε άλλο εκτός από έργα και υποδομές, οι οποίες ίσως μελλοντικά έφερναν χρήματα στα ταμεία του κράτους. Έτσι φτάσαμε να είμαστε η χώρα με το μεγαλύτερο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ της στον κόσμο! Κι εδώ πρωτιά!

Επίλογος

Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει σε σιγουριά πού θα βγάλουν οι διαπραγματεύσεις με τους δανειστές μας. Θα πρέπει να το σκεφτούν όμως πολύ καλά οι ευρωπαίοι εταίροι μας, αν θα μας αποβάλουν από το Ευρώ ή όχι, καθώς κάτι τέτοιο θα έχει οδυνηρές συνέπειες σε ολόκληρη την Ε.Ε. αν πρωτίστως δεν θωρακιστεί καταλλήλως. Ίδωμεν. Προς το παρόν αναμένουμε την ανακοίνωση του PSI και τη λήψη νέων μέτρων για μειώσεις σε μισθούς, συντάξεις και δαπάνες γενικότερα. Αυτές τις μειώσεις φοβήθηκαν ως φαίνεται οι βουλευτές μας και φρόντισαν να πάρουν ήδη από το Δεκέμβριο προκαταβολικά ολόκληρη την αύξηση του μισθού τους για το 2012! Κάτι τέτοια ακούμε και γινόμαστε έξαλλοι.

Θα τολμήσω επίσης ως σύγχρονος προφήτης να προβλέψω, (όπως έκαναν παλαιότερα, διανοούμενοι, πολιτικοί ή θρησκευτικοί παράγοντες της χώρας μας για τη σημερινή κατάντια), πως το πολύ σε εβδομήντα χρόνια από τώρα, οι μελλοντικές γενιές θα βιώσουν παρόμοιες οικονομικές καταστάσεις. Η Ιστορία θα επαναληφθεί με άλλα δεδομένα φυσικά, όπως έγινε τόσες φορές στο παρελθόν, διότι το χρήμα, με όποια μορφή κι αν εμφανιστεί, θα λειτουργήσει με το ίδιο τρόπο.

Υστερόγραφο

Θα ήταν αδύνατον να χωρέσουν σε δύο μικρές αναρτήσεις όλες οι πληροφορίες σχετικά με το χρήμα και το ρόλο που έπαιξε κατά τους προηγούμενους αιώνες στις οικονομίες των εθνών. Θα ήταν άλλωστε εγωιστικό να νομίσω πως μπορώ να κατορθώσω εγώ αυτό που άλλοι χρειάστηκαν βιβλία ολόκληρα για να το καταφέρουν. Νομίζω όμως πως τα γεγονότα σταθμοί έχουν στην πλειοψηφία τους αναφερθεί και μπορεί ο κάθε αναγνώστης να βγάλει τα συμπεράσματά του για τα όσα συμβαίνουν στις μέρες μας.

Δεν ήθελα να κόψω το κείμενο σε συνέχειες. Ελπίζω να αντέξατε να το διαβάσετε μέχρι τέλος. Το επόμενο υπόσχομαι να είναι πολύ μικρότερο.

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Μικρές επεξηγήσεις


Λίγα είναι αυτά από όσα συμβαίνουν που δεν καταλαβαίνουμε.

Πριν αρκετούς μήνες αναφερόμενος από αυτό εδώ το ιστολόγιο στον πρώην Πρωθυπουργό μας, Γεώργιο Παπανδρέου και χαρακτηρίζοντάς τον ως πρωθυπουργό 3G, σημείωνα χαριτολογώντας πως η τρίτη γενιά καταστρέφει. Σήμερα αποδεικνύεται περίτρανα πως αυτή η τότε γλαφυρή διατύπωση ισχύει σε όλο της το μεγαλείο. Ο εγγονός Παπανδρέου από τη θέση του πρωθυπουργού δεν άφησε τίποτε όρθιο. Κατάφερε σε λιγότερο από δύο χρόνια να ανατρέψει αυτό που διατυμπάνιζε ο αείμνηστος πατέρας του, πως «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» και να την επαναδιατυπώσει, ως «η Ελλάδα ανήκει στους ξένους». Όλοι θυμόμαστε πώς ξεκίνησε η διακυβέρνηση της χώρας από τον εγγονό και πώς κατέληξε, με ψέματα, κατεργαριές, αερολογίες, δήθεν αγώνες για να σωθούμε, σφίξιμο του ζωναριού για τους πολίτες και παροχή αμνηστίας για τους κατά καιρούς καταχραστές. Όσοι τόλμησαν και ύψωσαν το ανάστημά τους σε μια προσπάθεια να αντισταθούν σ’ όσα θα ακολουθούσαν και να φανούν αξιόπιστοι στο κοινό που τους υποστήριξε, είτε απειλήθηκαν είτε διαγράφηκαν. Αυτή είναι η δημοκρατία που διέπει τα κόμματα: my way or the highway. Και ο Γιώργος το ξέρει καλά. Η είσοδος στο ΔΝΤ έκανε πολλούς από εμάς, (και συνεπώς και αρκετούς άσχετους με το θέμα), να γίνουμε ειδικοί σε οικονομικούς όρους και επεξηγητές κάθε καινούργιας έννοιας που πιπιλάνε τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις, προσπαθώντας να δώσουμε στους παντελώς ανίδεους μια πιο καταλαβίστικη μετάφραση των όσων ακούνε. Έτσι κι εγώ ως επεξηγητής θα προσπαθήσω παρακάτω να κάνω λιανά κάποιους οικονομικούς κανόνες, οι οποίοι μας ταλαιπωρούν από τη σύστασή μας ως κράτος, μας κρατούν δεμένους χειροπόδαρα και δεν πρόκειται να μας αφήσουν ποτέ να σηκώσουμε κεφάλι!
1η ιστορία, έτσι, μήπως και καταλάβουμε τι γίνεται

O John, πήγε στο Τέξας και αγόρασε από έναν αγρότη ένα γάιδαρο, έναντι του ποσού των 100 δολαρίων. Ο αγρότης συμφώνησε να του τον παραδώσει την άλλη μέρα. Την επόμενη μέρα ο αγρότης του είπε: «Συγγνώμη αλλά έχω άσχημα νέα, ο γάιδαρος ψόφησε». Ο John απάντησε: «Δεν πειράζει. Δώσε μου τα λεφτά μου πίσω». Ο αγρότης του λέει: «Δεν μπορώ να το κάνω, γιατί ήδη τα έχω ξοδέψει». Ο John είπε: «Εντάξει, τότε δώσε μου τον νεκρό γάιδαρο». Ο αγρότης ρώτησε: «Τι θα τον κάνεις;» και ο John απάντησε «Θα τον βάλω σε λοταρία». Ο αγρότης του απάντησε με μια δόση ειρωνείας: «Αποκλείεται να βάλεις σε λοταρία έναν ψόφιο γάιδαρο!» Και ο John απάντησε: «Φυσικά και μπορώ, απλά δεν θα το πω σε κανέναν πως είναι ψόφιος».  Ένα μήνα αργότερα ο αγρότης βρέθηκε ξανά με τον John και τον ρώτησε: «Τι έγινε με τον ψόφιο γάιδαρο;» Ο John απάντησε: «Τον έβαλα σε λοταρία και πούλησα 500 λαχνούς, προς 2 δολάρια τον ένα και έτσι κέρδισα 898 δολάρια». Ο αγρότης ρώτησε: «Καλά κανένας δεν παραπονέθηκε;» και ο John απάντησε: «Μόνο ο τύπος που τον κέρδισε και για να μην φωνάζει του έδωσα πίσω τα δύο δολάρια».

Μπορείτε να φανταστείτε ποιος είναι ο γάιδαρος και ποιος ο John;

2η ιστορία: κι αυτή με γάιδαρο

Μια μέρα εμφανίστηκε σε ένα χωριό ένας καλοντυμένος άνδρας και κάλεσε όλους τους κατοίκους και τους ανακοίνωσε πως σκοπός της επισκέψεώς του ήταν να αγοράσει όλα τα γαϊδούρια του χωριού και μάλιστα μετρητοίς, σε υψηλότερα αξία από την κανονική: 500 Ευρώ το ένα. Οι κάτοικοι τον αντιμετώπισαν κάπως με δυσπιστία, αλλά υπήρξαν πολλοί, οι οποίοι βρήκαν την πρόταση δελεαστική και προέβησαν στη σύναψη συναλλαγής με τον επισκέπτη. Έτσι κι αλλιώς οι δουλειές δεν πήγαιναν και τόσο καλά στο χωριό και θα μπορούσαν να ζήσουν και χωρίς το πολύτιμο τετράποδο. Πήραν λοιπόν το πεντακοσάρικο και γύρισαν στα σπίτια τους όλο ευτυχία, σχολιάζοντας δυσμενώς όσους δεν αποφάσισαν να δώσουν τα ζώα τους.

Ο καλοντυμένος άνδρας όμως δεν ικανοποιήθηκε από την αγορά της πρώτης μέρας κι έτσι επέστρεψε πιο αποφασισμένος την επόμενη και με προσφορά αυτή τη φορά στα 750€ για κάθε απούλητο γάιδαρο. Μετά κι από αυτήν την επίσκεψη στο χωριό απέμειναν ελάχιστα ζώα τα οποία και κατάφερε να βάλει στο χέρι ανεβάζοντας την τιμή για κάθε γαϊδούρι 2000 Ευρώ! Αφού σιγουρεύτηκε πως στο χωριό δεν υπάρχει γάιδαρος ούτε για δείγμα, φεύγοντας ανακοίνωσε πως θα επέστρεφε μετά από 10 ημέρες και θα πρόσφερε για κάθε ζώο 5000€. Ανέθεσε στο βοηθό - συνεταίρο του, ο οποίος στο μεταξύ είχε αναλάβει τη φροντίδα του κοπαδιού που σ’ όλο αυτό το διάστημα αγοράσει, να πάει στο χωριό και να πουλήσει τα ζώα προς 4000 Ευρώ το ένα!

Οι αφελείς κάτοικοι βλέποντας τη δυνατότητα να κερδίσουν απ’ το πουθενά 1000€ μέσα σε λίγες μέρες, αγόρασαν ξανά τα ίδια ζώα 4 φορές ακριβότερα και για μπορέσουν να το κάνουν αυτό, πήραν μάλιστα δάνειο από την τοπική τράπεζα. Όπως πολύ σωστά θα φαντάζεστε, ο καλοντυμένος άνδρας δεν εμφανίστηκε ποτέ στο χωριό και μετά τη συναλλαγή έφυγε με το συνέταιρό του να πάνε σε άλλες περιοχές, ώστε με την ίδια τακτική να κερδίσουν χρήματα, ενώ οι κάτοικοι του χωριού βρέθηκαν υπερχρεωμένοι, απογοητευμένοι, και με τα γαϊδούρια ξανά στην κατοχή τους, χωρίς να αξίζουν πλέον τίποτα. Όσο και να προσπάθησαν να πουλήσουν τα ζώα τους για να καλύψουν τα δάνεια δεν τα κατάφεραν, με αποτέλεσμα η τράπεζα να τους τα κατασχέσει και στη συνέχεια να τους τα νοικιάσει, μήπως δουλεύοντάς τα οι αγρότες κατάφερνε κι αυτή να πάρει πίσω τα χρήματα που είχε δανείσει, αλλά πού! Ο τραπεζίτης με τη σειρά του, δίνοντας τόσα χρήματα σε δάνεια αντιμετώπισε κι αυτός πρόβλημα ρευστότητας κι έτσι πήγε στο δήμαρχο και του εξήγησε πως αν δεν ανακτούσε σύντομα τα κεφάλαια που είχε δανείσει θα κατέρρεε, και κατά συνέπεια θα ζητούσε αμέσως το κλείσιμο της ανοικτής πίστωσης που είχε και με τον δήμο. Πανικόβλητος ο δήμαρχος και για να αποφύγει την καταστροφή, αντί να δώσει λεφτά στους κατοίκους του χωριού για να καλύψουν τα χρέη τους, έδωσε λεφτά στον τραπεζίτη, ο οποίος ανέκτησε μεν το κεφάλαιό του, αλλά δεν έσβησε το χρέος των κατοίκων, ούτε και το χρέος του δήμου, ο οποίος μετά τη χρηματοδότηση βρέθηκε ένα βήμα πριν την πτώχευση. Βλέποντας το χρέος να πολλαπλασιάζεται και στριμωγμένος από τα επιτόκια, ο δήμαρχος ζήτησε βοήθεια από όμορους δήμους, οι οποίοι αρνήθηκαν, γιατί όπως του είπαν είχαν υποστεί την ίδια ζημιά με τους δικούς τους γαιδάρους!!...

Ο τραπεζίτης τότε έδωσε στον δήμαρχο την «αναπόφευκτη» συμβουλή - οδηγία να μειώσει τα έξοδα του δήμου: λιγότερα λεφτά για το σχολείο, για το κέντρο υγείας, την κατάργηση των κοινωνικών προγραμμάτων, τη μείωση της χρηματοδότησης για καινούρια έργα υποδομών και τέλος τη μείωση του προσωπικού και των μισθών στους εργαζόμενους του δήμου με ταυτόχρονη αύξηση των φόρων. Ο δήμαρχος ανακοίνωσε στους κατοίκους πως ήταν αναπόφευκτο, αλλά υποσχόταν με αυτές τις διαρθρωτικές αλλαγές «να βάλει τάξη στη λειτουργία του δημοσίου, να βάλει τέλος στις σπατάλες» και να… ηθικοποιήσει το εμπόριο των γαϊδάρων. Η ιστορία απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όταν μετά από καιρό έγινε γνωστό πως ο καλοντυμένος άνδρας που εμφανίστηκε στην αρχή και ο τραπεζίτης ανήκουν στην ίδια οικογένεια των «Χρηματοπιστωτικών Αγορών» η οποία χρηματοδοτούσε μάλιστα και τους προεκλογικούς αγώνες των δήμων της περιοχής.

Κανείς όμως δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να μάθει τι απέγιναν οι αγρότες, ή καλύτερα τι έκαναν!

3η ιστορία: τα ομόλογα

Η Άγκελα είναι ιδιοκτήτρια ενός μπαρ στο Βερολίνο. Προκειμένου να αυξήσει τις πωλήσεις της, αποφασίζει να επιτρέψει στους πιστούς της πελάτες -οι περισσότεροι εκ των οποίων είναι άνεργοι αλκοολικοί- να πίνουν όσο θέλουν τώρα, και να πληρώνουν αργότερα, όπως μπορούν και όποτε έχουν. Η ίδια καταγράφει λεπτομερώς όλα τα ποτά που καταναλώνονται σε λογιστικά βιβλία και έτσι, με αυτόν τον τρόπο, ουσιαστικά, χορηγεί δάνεια στους πελάτες της. Μαθαίνεται πολύ γρήγορα αυτό το «σύστημα» και πολύς κόσμος αρχίζει να πλημμυρίζει το ωραίο της μπαράκι. Εκμεταλλευόμενη την ελευθερία που νιώθουν οι πελάτες, τώρα που εκείνη τους απάλλαξε από το βάρος της άμεσης πληρωμής, η Άγκελα αυξάνει τις τιμές του κρασιού και της μπύρας, που είναι τα ποτά που καταναλώνονται περισσότερο. Ο όγκος των πωλήσεών της, βεβαίως, αυξάνεται θεαματικά. Ένας νέος και δυναμικός σύμβουλος πελατών σε μια τοπική τράπεζα, αναγνωρίζει ως μελλοντικά πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο της επιχείρησης το ποσό που θα προκύψει από την αποπληρωμή της πίστωσης που παίρνουν οι πελάτες και αυξάνει το δανειοληπτικό όριο της επιχείρησης. Δεν έχει, ο τραπεζικός σύμβουλος, κανέναν λόγο ανησυχίας, καθ ότι υπάρχουν ως εγγύηση τα ίδια τα χρέη των αλκοολικών. Στα κεντρικά γραφεία της τράπεζας, ειδικοί τραπεζικοί μετατρέπουν αυτό το περιουσιακό στοιχείο σε τραπεζικά προϊόντα με τις ονομασίες «Πιοτ - ομόλογα», «Αλκοόλ - ομόλογα» και «Εμετ - ομόλογα». Αυτά τα προϊόντα εμπορεύονται κατόπιν στις παγκόσμιες αγορές. Κανείς δεν ξέρει πραγματικά τι σημαίνουν αυτές οι περίεργες ονομασίες των ομολόγων και πώς αυτά είναι εγγυημένα. Όμως, καθώς οι τιμές τους αυξάνονται διαρκώς, μεγαλώνει η ζήτησή τους και γίνονται bestseller τραπεζικά προϊόντα. 

Μια μέρα, παρ΄ όλο που οι τιμές συνεχώς ανεβαίνουν, ένα στέλεχος της τράπεζας, με ειδικότητα σε θέματα «μάνατζμεντ ρίσκου», αποφασίζει και η απόφασή του γίνεται δεκτή, ότι ήρθε καιρός, σιγά-σιγά, η τράπεζα να αρχίσει να απαιτεί την αποπληρωμή των χρεών που συσσωρεύτηκαν από τους πότες στο μπαρ της Άγκελας. Όμως, οι αλκοολικοί άνεργοι αδυνατούν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους, αφού είναι άνεργοι, κάτι που δεν έκρυψαν άλλωστε ποτέ, ούτε από την Άγκελα, ούτε από τους τραπεζίτες. Ταυτόχρονα και ως συνέπεια αυτού, η Angela δεν μπορεί να είναι συνεπής προς τις δανειοληπτικές της υποχρεώσεις και κηρύττει χρεωκοπία. Το «Ποτ-ομόλογο» και το «Αλκoολ-ομόλογο» χάνουν το 95% της αξίας τους. Το «Εμετ-ομόλογο» πάει λίγο καλύτερα και πέφτει μόνον κατά 85%. Οι προμηθευτές του μπαρ της Άγκελας είχαν δώσει στην πελάτισσά τους, τον καιρό που όλα ήταν καλά κι ωραία, πολύ ελαστικούς όρους για την αποπληρωμή των χρεών της προς αυτούς, αλλά έχοντας επενδύσει και οι ίδιοι σε αυτά τα τραπεζικά ομόλογα, είναι τώρα μπροστά σε μια νέα, διαφορετική κατάσταση: την εξαγορά ή το λουκέτο. Η τράπεζα, έπειτα από μαραθώνιες και δραματικές διαβουλεύσεις, σώζεται με γενναία χρηματική ένεση από το κράτος, το οποίο αποφασίζει να βρει τους πόρους αυτούς από έναν καινούργιο φόρο, που θα βαραίνει μόνον εκείνους που δεν καταναλώνουν αλκοόλ! 

Επιτέλους, μια εξήγηση που μπορούμε όλοι να καταλάβουμε...

Επίλογος

Σε επόμενη ανάρτηση θα γράψω κι εδώ τη συνέχεια της σύντομης ιστορίας του χρήματος, η οποία έχει σταθεί λίγο πριν το κραχ του 1929, ώστε να γνωρίσουμε καλύτερα τα γεγονότα και να τα παραλληλίσουμε με τα της σημερινής εποχής. Πιστέψτε με, μοιάζουν αρκετά!

Υστερόγραφο
Οι γελιογραφίες είναι του Κυρ


Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΧΡΗΜΑ, ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Εισαγωγή

Συγχωρήστε μου την πολύμηνη απουσία από την ενεργό δημοσίευση αναρτήσεων, αλλά το πρόγραμμά μου είναι τόσο πιεσμένο από το Φθινόπωρο μέχρι τώρα, που δεν βρίσκω τον απαραίτητο χρόνο να αυτοσυγκεντρωθώ και να καθίσω να γράψω. Όπως έχω και παλαιότερα πει, το γράψιμο δεν είναι εύκολη υπόθεση κι όποιος τη θεωρεί τέτοια είναι ή μεγάλος ψεύτης ή άθλιος συγγραφέας. Χαράς ευαγγέλια θα μου πείτε για πολλούς επικριτάς μου, αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς δεν θα τους κάνω άλλο το «χατίρι». Ίσως ακόμη με αυτό το κενό να ξεπεραστούν και τα γενικότερα προβλήματα του ιστολογίου μου και να λειτουργούν καλύτερα οι μετρητές και να φαίνονται ταχύτερα οι δημοσιεύσεις των άκρως ενδιαφερόντων σχολίων σας.

Τα θέματα που τρέχουν είναι πολλά, με κορυφαία τα οικονομικής φύσεως, της τρόικας, των μέτρων και γενικά της καταστάσεως της χώρας μας. Κυριάρχησε και εξακολουθεί να κυριαρχεί ο προβληματισμός για το αν θα πτωχεύσουμε, αν θα βγούμε απ’ το ενιαίο Ευρωπαϊκό νόμισμα και θα επανέλθουμε σε κάποιου είδους γιαλατζί Ευρώ, (το οποίο ήδη πολλοί τραπεζικοί κύκλοι τρέχουν να το αποκαλέσουν Ευρωδραχμή) και αν φυσικά συμβεί κάτι τέτοιο, κάτω από ποίους όρους θα γίνει. Στον λίγο ελεύθερο χρόνο μου ασχολήθηκα με τη συγκέντρωση στοιχείων για ένα μελλοντικό θέμα, τα οποία και σκοπεύω μόλις ολοκληρώσω να αναρτήσω. Επειδή πρόκειται για ιδιαίτερα ευαίσθητες πληροφορίες, οι οποίες δεν κυκλοφορούν έτσι ελεύθερες και ως εκ τούτου χρίζουν διασταύρωσης, θα μου πάρει λίγο καιρό, αλλά το αποτέλεσμα θα είναι πιστέψτε με πολύ ενδιαφέρον. Στη σημερινή και πρώτη ανάρτηση για το 2011, μετά από πεντέμισι περίπου μήνες απουσίας, θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί περνάμε όσα περνάμε τον τελευταίο καιρό με μια άλλη ματιά, όχι την πεπατημένη των ΜΜΕ, αλλά την ιστορική, ώστε να καταλάβει ο κάθε αναγνώστης πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και γιατί δεν πρόκειται ποτέ να ξεφύγουμε από τη δίνη του χρήματος. Πολύτιμος βοηθός μου σ’ αυτό το εγχείρημα είναι ο John Kenneth Galbraith, καθηγητής του Χάρβαρντ και το βιβλίο του: «το Χρήμα: από πού ήρθε, πού πήγε», από τις εκδόσεις Παπαζήση, 1976.

Το χρήμα

«Το χρήμα είναι κάτι το μοναδικό. Είναι μαζί με την αγάπη η μεγαλύτερη πηγή χαράς για τον άνθρωπο και μαζί με το θάνατο η μεγαλύτερη ανησυχία». Όλοι οι λαοί από τον καιρό της εμφάνισής του καταπιέζονται με δύο τρόπους: είτε είναι άφθονο και πολύ αναξιόπιστο, είτε αξιόπιστο και πολύ σπάνιο. Για πάρα πολλούς όμως είναι και τα δύο: και αναξιόπιστο και σπάνιο. Η καταπίεση αυτή στο σύγχρονο κόσμο μπορεί να παρομοιασθεί με την επίσκεψή μας σε ένα super market. Σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, όταν δηλαδή είναι σπάνιο, οι καταναλωτές αναρωτιούνται αν και στο μέλλον θα έχουν χρήματα και αν θα μπορούν να διαθέσουν αρκετά την επόμενη φορά για να αγοράσουν κάτι, ενώ σε εποχές αφθονίας συμβαίνει το αντίθετο: οι καταναλωτές ανησυχούν αν στην επόμενη επίσκεψή τους στο super market, θα έχει μείνει κάτι να αγοράσουν! Ένας συνταξιούχος λ.χ. του οποίου οι μέρες εργασίας έχουν τελειώσει και το εισόδημά του για το υπόλοιπο της ζωής του θεωρείται σταθερό, ανησυχεί, αν θα μπορεί με τα χρήματα που λαμβάνει ως σύνταξη να αγοράζει τα απαραίτητα για την επιβίωσή του. Από την άλλη σε έναν απλό εργαζόμενο υπάρχει η ανησυχία για το αν θα εξακολουθήσει και την ερχόμενη εβδομάδα να εργάζεται, ώστε να έχει τη δυνατότητα να αγοράσει ξανά αυτά που ψώνισε την τρέχουσα. O προβληματισμός μήπως απολυθεί είναι έντονος, το πόσο καιρό θα μείνει ενδεχομένως στην ανεργία αβέβαιο, οι υποχρεώσεις πολλαπλές και συνεχώς αυξανόμενες και η ερώτηση μία: πώς θα επιβιώσω;

Τι είναι το χρήμα

Ως ορισμό του χρήματος θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την κοπή ή τη σφράγιση κομματιών μετάλλου με συγκεκριμένο βάρος και ποιότητα. Η εύρεση μιας ενιαίας και ευρείας αποδοχής ανταλλακτικής αξίας ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη του εμπορίου. Υπήρχε βέβαια πάντα το εμπόριο με ανταλλαγή σε είδος, (π.χ. αυγά για φρούτα κ.ά.), αλλά ήταν γενικά δύσκολο να βρεθούν κάποιοι, οι οποίοι να επιθυμούσαν να αποκτήσουν με αμοιβαία ανταλλαγή ταυτόχρονα ο ένας τα είδη του άλλου. Το πότε ακριβώς ανακαλύφθηκε το χρήμα, έτσι όπως το εννοούμε σήμερα, δεν είναι βέβαιο. Το σίγουρο είναι πάντως πως παίζει σημαντικό ρόλο σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ο Ηρόδοτος μας δίνει σημαντικά στοιχεία για τη χρήση του στην αρχαία πόλη Λυδία: «όλες οι νεαρές γυναίκες της Λυδίας, καταφεύγουν στην πορνεία και εξασφαλίζουν έτσι την προίκα. Τη διαθέτουν μαζί με τον εαυτό τους, όπως νομίζουν καλύτερα... είναι ο πρώτος λαός στην ιστορική εποχή, που έκοψε το χρυσάφι και το ασήμι σε νόμισμα και το χρησιμοποίησε στις καθημερινές συναλλαγές». Ηρόδοτος, βιβλίο Α, Κλειώ, σελ. 31, μετάφραση William Bellow. Το βασικό μέταλλο κοπής νομισμάτων για πολλούς αιώνες ήταν το ασήμι. Το βάρος κάθε νομίσματος έπρεπε να είναι συγκεκριμένο και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του. Βέβαια, από κάποια στιγμή και μετά κανείς δεν ήταν σίγουρος για την ποιότητα των νομισμάτων που παραλάμβανε, γιατί κάποιοι επιτήδειοι φρόντιζαν να κυκλοφορούν στην αγορά νομίσματα χαμηλότερου βάρους και αξίας, νοθευμένα.

Η νοθεία

Λίγες εφευρέσεις έχουν προσφερθεί ποτέ για τόσο πολύ κερδοφόρες καταχρήσεις. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα περισσότερα είδη ευρείας κατανάλωσης, έτσι και με τα νομίσματα, άρχισε να εφαρμόζεται μια διαδικασία εξοικονόμησης πρώτης ύλης, (ασημιού ή χρυσού), με αποτέλεσμα από ένα σημείο και μετά να μη γνωρίζει κανείς την πραγματική αξία της ποσότητας των νομισμάτων που παραλαμβάνει. Η πλέον προσφιλής μέθοδος νόθευσης ήταν αυτή της προσθήκης ευτελούς αξίας μετάλλου στο μίγμα, για την παραγωγή στην ουσία μειωμένης αξίας νομισμάτων, ή η χρήση λιγότερου πολύτιμου μετάλλου, με το ίδιο αποτέλεσμα, (κατασκευή αυτή τη φορά ελλειποβαρών νομισμάτων).Οι τράπεζες και οι κυβερνήσεις έδιναν υποσχέσεις πως θα πλήρωναν με τέτοια νομίσματα σαν υποκατάστατα του χρήματος και οι υποσχέσεις αυτές έγιναν στη συνέχεια χρήμα. Η κατάχρηση αυτών των υποσχέσεων ήταν ακόμη πιο κερδοφόρα από την ίδια τη νόθευση. Το μέτρο της κατάχρησης ήταν η μεγάλη αβεβαιότητα αυτού που έπαιρνε το χρήμα για τι αξία είχε και ακόμη περισσότερο η αβεβαιότητα για το τι θα μπορούσε να αγοράσει το χρήμα αυτό. Αντίστοιχη «νοθεία» υπάρχει σήμερα σε πολλά προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, τα οποία προμηθευόμαστε από τα super market και ιδιαίτερα των μη επωνύμων, (π.χ. ο Ελληνικός καφές νοθεύεται με το φθηνό και αξιόπιστο ρεβύθι, το κασέρι με περισσότερο άμυλο, κοινώς πατάτα, το φρέσκο γάλα με σκόνη γάλακτος, το αγνό μέλι πεύκης ή ελάτης στην καλύτερη περίπτωση με γλυκόζη, κοκ). Αλλά ποιος νοιάζεται θα μου πείτε!

Πώς λειτουργεί το χρήμα

Τα νομίσματα εκτελούσαν μέχρι πρότινος την ουσιαστική λειτουργία του χρήματος: την αποφυγή της έλλειψης επιδεξιότητας στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, (δεν χρειάζεται να είναι κάποιος έμπορος για να ξοδέψει χρήμα) και τη φυσική δυσκολία να βρεθούν ταυτόχρονα δύο, οι οποίοι να χρειάζονται ο ένας τα προϊόντα του άλλου. Επί πλέον είναι ομοιόμορφα, μπορούν να μεταφερθούν άνετα μέσα σε μια τσέπη ή τσάντα, δεν αλλοιώνονται με το πέρασμα του χρόνου και γίνονται αποδεκτά τόσο από αγοραστές όσο και από πωλητές. Φαινομενικά λοιπόν λύθηκε το πρόβλημα των συναλλαγών. Η δυνατότητα κοπής τέτοιων νομισμάτων ήταν παραχωρημένη σε πολύ λίγους προνομιούχους και πλούσιους ιδιώτες, οι οποίοι λειτουργούσαν σαν τραπεζίτες και είχαν τη δυνατότητα ανάλογα με τις περιστάσεις να κυκλοφορούν καινούργιο χρήμα στην αγορά. Σήμερα πέρα από την αδυναμία έκδοσης νέου χρήματος, οι σημαντικότερες τράπεζες λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο, είναι στα χέρια ατόμων με μεγάλες επιχειρήσεις! Θα μου πείτε είναι κακό αυτό; Δείτε παρακάτω, πώς η ταυτόχρονη κτήση τραπεζών και επιχειρήσεων επηρέασε την εξέλιξη τριών διαφορετικών Κρατών στην Ιστορία και πώς αυτή βελτιώθηκε, όταν μετά από δύο και πλέον αιώνες μερικώς χαλιναγωγήθηκε! Η μεγαλύτερη ακμή των τραπεζών παρατηρήθηκε κατά τη Ρωμαϊκή εποχή στις ιταλικές πόλεις Φλωρεντία, Βενετία και Τζένοβα. Η πόλη όμως, η οποία κατά το 17ο αιώνα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του τραπεζικού συστήματος ήταν το Άμστερνταμ. Το Άμστερνταμ είναι συνδεδεμένο με όχι μία αλλά με δύο αναπτύξεις στην ιστορία του. Όχι μόνο στη συγκεκριμένη πόλη, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι κάτοικοί της έβλεπαν τα χρήματά τους να χάνουν σταθερά την αξία τους, από μια αιτία που πολλοί δεν την είχαν καν ακούσει: την ανακάλυψη της αμερικανικής ηπείρου

Οι Τράπεζες

Η ανακάλυψη αυτή γέμισε την Ευρώπη με άργυρο, κυρίως από τα μεταλλεία του σημερινού Μεξικό, με αποτέλεσμα το μέταλλο αυτό να πλημμυρίσει υπό μορφήν χρήματος όλες τις χώρες της και να αποδείξει περίτρανα κάτι το οποίο ανέκαθεν ίσχυε: όσο πιο άφθονο το χρήμα, τόσο λιγότερα αγαθά αγοράζει, (με την προϋπόθεση πως δεν αλλάζει κάτι άλλο). Η αφθονία του χρήματος με τη σειρά της κάνει τον κόσμο άπληστο: όσο πιο πολύ χρήμα έχει, τόσο πιο πολύ αισθάνεται πως μπορεί να ξοδέψει. Το 1606 η ολλανδική βουλή δημοσίευσε έναν οδηγό για όσους αντάλλασαν χρήματα. Δημιούργησε μια βάση δεδομένων για 846 ασημένια και χρυσά νομίσματα, ως προς τις ιδιότητες και το βάρος που έπρεπε να έχουν. Όποιος είχε την εν λόγω λίστα μπορούσε να γνωρίζει την πραγματική αξία του νομίσματος που παραλαμβάνει. Οι έμποροι όμως προχώρησαν ακόμη παραπέρα και δημιούργησαν μια τράπεζα, που ήταν ιδιοκτησία της πόλης τους και στην οποία κατέθεταν τα νομίσματά τους με τη μέθοδο του ζυγίσματος. Έτσι κάθε έμπορος είχε τον ατομικό του λογαριασμό, στον οποίο κατέθετε τα χρήματά του και τα οποία λογίζονταν πια ως προς το βάρος τους. Έτσι περιορίστηκε η πιθανότητα νοθείας, αφού η ποσότητα που κατείχε κάθε έμπορος ανταποκρίνονταν σε καθαρό βάρος μετάλλου. Όταν έκανε κάποιας μορφής δοσοληψία, ο έμπορος μετέφερε το ποσό που αντιστοιχούσε στην αξία της στο λογαριασμό αυτού με το οποίο συναλλασσόταν. Έτσι, καλλιεργήθηκε μια μορφή διαύγειας στις δοσοληψίες. Η τράπεζα σύντομα ανακάλυψε πως δεν ήταν απαραίτητο να διατηρεί όλα τα χρήματα των καταθετών της στο θησαυροφυλάκιο, αλλά μπορούσε να τα διαθέτει σε τρίτους και μάλιστα με τόκο, (να τα δανείζει δηλαδή). Στην ουσία, αυτός που δανειζόταν, είχε ακόμη μια κατάθεση να ξοδέψει, η οποία όμως ήταν και στο όνομα του αρχικού καταθέτη. Έτσι δημιουργήθηκε το καταναλώσιμο χρήμα. Τα πράγματα δυσκολεύουν όμως αν εμφανιστούν ταυτόχρονα και οι δύο «δικαιούχοι» και θέλουν να ξοδέψουν όλα τους τα χρήματα. Τότε η τράπεζα αντιμετωπίζει θέμα αξιοπιστίας. Και οι δύο δικαιούχοι στο παραπάνω παράδειγμα θα πρέπει να είναι πεπεισμένοι πως η τράπεζα την οποίαν εμπιστεύονται δεν κάνει σε καμιά περίπτωση αυτό που η ίδια θεωρεί κανόνα!

Σήμερα

Οποία σύμπτωσις θα μου πείτε με τη σημερινή κατάσταση! Τα σύγχρονα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, δημιουργούν ανύπαρκτες υπεραξίες με τα χρήματα των καταθετών τους, αφού υποχρεούνται να διαθέτουν στο «θησαυροφυλάκιό» τους μόλις το 10% των συνολικών ποσών κατάθεσης. Τι σημαίνει αυτό; Θα γίνει ευκολότερα κατανοητό αν προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στην ερώτηση, πόσο καταναλώσιμο χρήμα δημιουργεί μια τράπεζα από μια απλή κατάθεση 10,000 Ευρώ. Όσο κι αν φαίνεται απίθανο, η απάντηση είναι το εννεαπλάσιο! Η τράπεζα δανειζόμενη δέκα χιλιάρικα, μπορεί να δανείσει ενενήντα! Ναι δεν διαβάσατε λάθος! Ενενήντα! Πώς γίνεται λογιστικά κάτι τέτοιο; Όπως είδαμε παραπάνω το ίδρυμα υποχρεούται να κρατάει το 10% του ποσού και να δανείζει το υπόλοιπο 90. Άρα από τα 10,000 που πήρε από τον καταθέτη, μπορεί να δανείσει τα 9,000. Αυτό είναι μια άλλη εγγραφή, άλλη κατάθεση στο όνομα άλλου πελάτη, του δανειολήπτη, ύψους 9,000 Ευρώ. Από τα εννιά αυτά χιλιάρικα θα πρέπει να κρατήσει τα 900 και μπορεί να δανείσει τα 8,100. Απ’ αυτά κρατάει τα 810 και δανείζει τα 7,290. Αν συμπληρώσετε την ακολουθία μέχρι το τέλος σε ένα απλό Excel, θα δείτε το ποσό ασφαλείας να φτάνει τις 10,000 Ευρώ, (που αντιστοιχεί στην πρώτη κατάθεση) και αυτό που τελικά η τράπεζα δάνεισε τις 90,000! Στην ουσία δάνεισε «αέρα». Σκεφτείτε λοιπόν, πόσο τέτοιον αέρα δάνεισαν οι τράπεζες και τι χρέος δημιούργησαν από τα 28 δις που πήραν πρόσφατα ως ενίσχυση από την Ελλάδος. Είδατε πουθενά να κυκλοφορεί χρήμα, ή μήπως όταν σας εγκρίθηκε το δάνειο που ζητήσατε, σας έδωσαν τα χαρτονομίσματα στο χέρι και φύγατε; Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συνέβη και ήταν αδύνατο να συμβεί φυσικά, γιατί απλούστατα δεν πήραν δραχμή, ή καλύτερα Σεντ. Οι χακί σάκοι με τα χρήματα δεν βγήκαν στους δρόμους αυτή τη φορά, γιατί απλούστατα η επιχορήγηση ήταν λογιστική. Ξύπνησαν το επόμενο πρωί οι τραπεζίτες και είδαν το αποθεματικό τους να είναι αυξημένο όσο το ύψος του ποσού που τους επιχορηγήθηκε.

Πίσω στο Άμστερνταμ του 17ου αιώνα

Στον αντίποδα όμως της επισφάλειας του δανεισμού, η κίνηση αυτή των τραπεζών δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ανάπτυξη, καθώς μπορεί να βοηθήσει επιχειρηματίες να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους, ή να πραγματοποιήσουν επενδύσεις τις οποίες υπό κανονικές συνθήκες δεν θα έκαναν. Έτσι, στο Άμστερνταμ επί περίπου δύο αιώνες άνθισε το εμπόριο και η επιχειρηματικότητα, καθώς είχε δημιουργηθεί η αίσθηση πως η πόλη αποτελεί επιχειρηματικό παράδεισο για όποιον επιθυμούσε να δραστηριοποιηθεί εμπορικά, άσχετα με την προέλευση, τα πιστεύω και τη φυλή του. Η ευημερία και η ανάπτυξη κράτησε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Το τέλος της τράπεζας του Άμστερνταμ απέδειξε περίτρανα πως «κάθε χρηματική καινοτομία ή μεταρρύθμιση φέρνει μέσα της τους σπόρους κάποιας καινούργιας κατάχρησης». Αιτία του κακού στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν το γεγονός πως οι διευθυντές της ήταν ταυτόχρονα και μέλη της «ολλανδικής εταιρείας ανατολικών Ινδιών», η οποία δανείζονταν χρήματα από την τράπεζα. Η εταιρεία αυτή λοιπόν κάπου στα τέλη του 18ου αιώνα αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες και δεν μπορούσε να πληρώσει κανονικά τα δάνειά της, κάτι το οποίο διαδόθηκε στους καταθέτες της τράπεζας, οι οποίοι έσπευσαν να πάρουν πίσω τις καταθέσεις τους. Ας μην ξεχνούμε πως, η υποψιαζόμενη αδυναμία, εξασφαλίζει την αδυναμία. Οι καταθέτες έσπευσαν λοιπόν να κάνουν αναλήψεις και η τράπεζα δεν μπορούσε να τους εξυπηρετήσει. Αποτέλεσμα: η τράπεζα έκλεισε το 1819 και οι καταθέτες έχασαν τα χρήματά τους.

Σήμερα

Η υποψιαζόμενη χρεωκοπία, εξασφαλίζει την χρεωκοπία θα μπορούσαμε να πούμε παραφράζοντας την προηγούμενη πρόταση. Πολλοί Έλληνες καταθέτες λοιπόν, οι οποίοι φοβούνται πιθανή χρεωκοπία της Ελλάδας, αλλά και ρήσεις ανωτάτων τραπεζικών στελεχών ότι η χώρα μας έχει πτωχεύσει και πως μένει απλά η επίσημη ανακοίνωσή της, έσπευσαν ήδη να εξασφαλίσουν τις αποταμιεύσεις τους φυγαδεύοντάς τες στο εξωτερικό και μάλιστα σε χώρες εκτός ΕΕ, ώστε να είναι σίγουροι πως δεν θα εντοπιστούν. Και δεν μιλάμε μόνο για μεγαλοκαταθέτες, αλλά και για κεφάλαια, τα οποία οι ιδιοκτήτες τους υπό κανονικές συνθήκες ούτε που θα σκεφτόντουσαν να τα μετακινήσουν. Αυτή η μετανάστευση κεφαλαίων δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας στις τράπεζες, οι οποίες συρρικνώνουν στο μέγιστο τις παροχές δανείων προς ιδιώτες και εταιρείες. Πρόσφατα ανακοινώθηκε πως οι Έλληνες έχουν στην Ελβετία καταθέσεις, οι οποίες φτάνουν τα 600 δις Ευρώ! Αυτά μόνο στην Ελβετία. Σε άλλες χώρες ένας Θεός ξέρει πόσα χρήματα έχουν καταφύγει. Το κράτος σε μια προσπάθεια να διατηρήσει μια ισορροπία και να περιορίσει στο μέγιστο την παραμονή ρευστού χρήματος στις τσέπες μας, αποφάσισε να πληρωνόμαστε όλοι μέσω τραπεζικών λογαριασμών και οι αγορές μας αξίας άνω των 1,500 Ευρώ να γίνονται μέσω πιστωτικής κάρτας ή τραπεζικής επιταγής. Κι όλα αυτά για να περιοριστεί κατά το δυνατόν η κίνηση ρευστού. Έχετε ποτέ φανταστεί τι συμβαίνει κάθε φορά που βρίσκεστε μπροστά στο γκισέ της τράπεζας και κάνετε κάποια συναλλαγή; Νομίζετε πως δίνετε το βιβλιάριό σας και λέτε το ποσό που θέλετε να πάρετε ή να καταθέσετε και τέλος; Τα λίγα δευτερόλεπτα που διαρκεί αυτή η αθώα συναλλαγή το σύστημα ενημερώνει και παίρνει έγκριση, πέρα από τη βάση δεδομένων της ίδιας της τράπεζας με την οποίαν συνεργάζεστε, την τράπεζα της Ελλάδος, την ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα, καθώς και άκουσον – άκουσον, την αμερικανική κεντρική τράπεζα! Αν σε κάποιο από αυτά τα στάδια ελέγχου δημιουργηθεί η παραμικρή υποψία, τότε το θέμα μένει προς περαιτέρω επεξεργασία, ο συναλλασσόμενος χρεώνεται και αν δεν δοθεί τελική έγκριση η συναλλαγή ακυρώνεται. Σε κάποιες περιπτώσεις δε, χάνονται και χρήματα! Δεν θα ταυτίσω την παραπάνω διαδικασία με αυτήν της επιστροφής ακάλυπτων επιταγών, γιατί διαφέρει σε πολλά σημεία, αποτελεί όμως ένα κατανοητό παράδειγμα χρέωσης επεξεργασίας, η οποία κοστίζει από 15 μέχρι 25 ευρώ, ανάλογα με την τράπεζα.! Τα συμπεράσματα περί προσωπικών δεδομένων τα αφήνω σε σας. Έτσι καταλαβαίνετε λοιπόν πως όσο κι αν θέλει κάποιος να κρύψει εισοδήματα πολύ δύσκολα μπορεί να ξεφύγει, εκτός κι αν είναι του συστήματος. Και ποιοι είναι του συστήματος; Πολιτικοί, μεγαλο-επιχειρηματίες και τραπεζίτες. Αυτούς πρέπει να ψάξουν κι όχι το μισθωτό ή το συνταξιούχο, του οποίου τα εισοδήματα είναι μετρημένα.

Ο Τζων Λω

Πριν λίγο καιρό, άκουσα με μεγάλη μου έκπληξη σε κάποια οικονομική εκπομπή στην τηλεόραση, τον παρουσιαστή, ο οποίος προφανώς θέλησε να φανεί παντογνώστης, να αναφέρει το όνομα του Τζων Λω. Δεν είμαι σίγουρος για το λόγο για τον οποίον ανέφερε το όνομα αυτής της αμφιλεγόμενης ιδιοφυΐας ο ομιλητής, προφανώς όμως θέλησε να τον παρομοιάσει με κάποιον οικονομικό παράγοντα της χώρας μας ή εισαγόμενο και να το παίξει ξερόλας. Ποιος ήταν όμως αυτός ο Λω και γιατί έμεινε στην ιστορία; Οι γνώμες για το άτομό του διίστανται. Κάποιοι ιστορικοί τον αποκαλούν παλιάνθρωπο και κάποιοι άλλοι ιδιοφυΐα. Ο Τζων Λω κατάγονταν από το Εδιμβούργο και ήταν γιος ενός εύπορου χρυσοχόου. Οι χρυσοχόοι ως γνωστός διατηρούσαν ασφαλή χρηματοκιβώτια για να φυλάνε πολύτιμα κοσμήματα των πελατών τους ή και τα νομίσματά τους. Έτσι οι πιο πολλοί απ’ αυτούς έγιναν ταυτόχρονα και τραπεζίτες. Ο Λω είχε την ιδέα να δημιουργήσει ένα νέο είδος τράπεζας που οι καταθέσεις της θα ασφαλίζονταν με γη κι όχι με χρυσό και ασήμι. Η ιδέα αυτή άρεσε στο Δούκα της Ορλεάνης και αντιβασιλέα της Γαλλίας, ο οποίος παρέλαβε χρεωκοπημένη τη χώρα μετά το θάνατο του Λουδοβίκου του ΙΔ’ το 1715. Οι άνθρωποι που είναι απελπισμένοι είναι εύκολο να πειστούν, γιατί θέλουν απελπιστικά να πειστούν, κι έτσι πιάνονται κορόιδα. Κάπως έτσι πείστηκε κι ο Δούκας και έδωσε στον Λω άδεια να δημιουργήσει τη Βασιλική Τράπεζα. Ως αντιστάθμισμα για αυτήν την άδεια η τράπεζα θα αναλάμβανε όλα τα χρέη του αντιβασιλιά και του Βασιλείου, (σημειωτέον πως και τα δύο ήταν υπερ-χρεωμένα). Αυτά τα χρέη εξοφλήθηκαν τότε με χαρτιά – υποσχέσεις της τράπεζας πως θα πληρώσει την αξία τους στον κομιστή σε χρυσό ή ασήμι. Κι επειδή οι ανάγκες συνεχώς αυξανόταν και δεν έπρεπε οι κάτοχοι των υποσχέσεων σε χρυσό ή ασήμι να υποψιαστούν το παραμικρό, ο Λω δημιούργησε μια εταιρεία, η οποία στη φαντασία των απλών ανθρώπων κατείχε σχεδόν όλη τη σημερινή έκταση των ΗΠΑ, καθώς και τα αμέτρητα μεταλλεία χρυσού και αργύρου που βρίσκονταν εκεί. Το όνομα αυτής της εταιρείας ήταν Εταιρεία του Μισσισσιππή. Θυμηθείτε τι έγραφα πιο πάνω για την Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών και φανταστείτε τι θα συμβεί κι εδώ.

«Μιλλιοναίρ»

Η ανάπτυξη αυτής της εταιρείας ήταν τέτοια, ώστε ο κόσμος στριμώχνονταν να αγοράσει, αν τελικώς το κατάφερνε, κάποιες μετοχές της και ο ιδρυτής της αποτελούσε το πιο διάσημο πρόσωπο σε ολόκληρη τη Γαλλία. Θεωρούσε τιμή κάποιος να συναντηθεί μαζί του ή έστω να ανταλλάξει μια ματιά. Το 1719 ήταν χρονιά σταθμός για το Παρίσι. Ο Λω δεν προλάβαινε να τυπώνει γραμμάτια, τα οποία γίνονταν αμέσως ανάρπαστα. Όποιοι κρατικοί πιστωτές πληρώνονταν με αυτά τα γραμμάτια έτρεχαν να αγοράσουν μετοχές στην Εταιρεία του Μισσισσιππή. Αυτός ο φαύλος κύκλος δημιουργούσε ακόμη περισσότερο χρήμα που μπορούσε να ξαναεπενδυθεί κι ακόμη περισσότερα γραμμάτια που μπορούσαν να εκδοθούν. Ήταν ένα εντελώς κλειστού κυκλώματος σύστημα, για την επαναχρησιμοποίηση χαρτιού που δεν είχε καμιά απολύτως αξία. Το αποτέλεσμα ήταν όλοι όσοι είχαν σχέση μ’ αυτό να γίνονται πλούσιοι στα χαρτιά! Είναι η χρονιά που δημιουργήθηκε η χρήσιμη γαλλική λέξη millionaire, (εκατομμυριούχος). Ο Λω για αυτό του το κατόρθωμα τιμήθηκε με τον τίτλο του Δούκα του Αρκάνσας και το 1720 έγινε διευθυντής του γενικού λογιστηρίου της Γαλλίας. Σύντομα όμως άρχισαν να δημιουργούνται αμφιβολίες για το κατά πόσο θα μπορούσε ο κόσμος να πάρει την αξία των γραμματίων που κρατούσε σε χρυσό ή ασήμι. Η αμφιβολία αυτή οδήγησε πολλούς στην τράπεζα για να εξαργυρώσουν αυτά που κρατούσαν. Μετά από λίγο η τράπεζα σταμάτησε να πληρώνει. Κι όχι μόνο αυτό. Επί πλέον η κατοχή χρυσού ή ασημιού από τους πολίτες μετετράπη σε αδίκημα. Μήπως θα πρέπει να μας προβληματίσει κάπως αυτό; Μήπως ετοιμάζεται δειλά – δειλά κάτι τέτοιο και στη χώρα μας, απλά ξεκίνησε με τον περιορισμό της χρήσης ρευστού; Μήπως κι εδώ η ύπαρξη χρήματος στις τσέπες μας, (χρυσό και ασήμι δεν έχουμε ούτως ή άλλως), θα καταστεί σε λίγο καιρό «αδίκημα» και θα περιοριζόμαστε στην κατοχή και χρήση ελάχιστου, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε οικογένειας;

Οποία ομοιότης!

Αν παρατηρήσατε τόσο η πτώση της τράπεζας του Άμστερνταμ, όσο και αυτή της βασιλικής τράπεζας στη Γαλλία ήταν από χρήμα που είχαν δημιουργήσει οι ίδιες. Αν το χρήμα ή τα γραμμάτια κυκλοφορούσαν με μέτρο δεν θα μπορούσε να έχει θετική έκβαση το εγχείρημα στη Γαλλία π.χ. του 18ου αιώνα; Μήπως και στην Ελλάδα του 21ου, αν αποφεύγονταν οι σπατάλες κι οι ατασθαλίες, δεν θα βρισκόμασταν σε καλύτερη κατάσταση; Και δεν θα μπορούσε να βρεθεί η φόρμουλα για την αποφυγή τους, όπως βρέθηκε για τον περιορισμό της κίνησης ρευστού στην αγορά για παράδειγμα; Δεν βρέθηκε, γιατί απλά δεν ήθελαν να βρεθεί. Αντ’ αυτού οι πολιτικοί μας πηγαίνουν κάθε λίγο και λιγάκι στην Ουγγαρία, επειδή προηγείται σε θέματα ΔΝΤ και ρωτούν πώς αντιμετωπίστηκε εκεί η κατάσταση με το εξαγριωμένο πλήθος, ώστε να είναι σε θέση να χαλιναγωγήσουν κι εμάς όταν φτάσουμε στο σημείο που βρίσκονται σήμερα οι Ούγγροι. Άρα περιμένουν να χειροτερέψουν κι άλλο τα πράγματα. Θυμηθείτε την πρόσφατη άσκηση επίλεκτης μονάδας του στρατού μας στη Θεσσαλονίκη, με σενάριο καταστολής εξαγριωμένου πλήθους. Αυτό το πλήθος του σεναρίου ήμασταν δυστυχώς εμείς! Μας φοβούνται αγαπητοί μου, μας φοβούνται γιατί γνωρίζουν πως αργούμε να πάρουμε μπρος, αλλά όταν γίνει αυτό δεν σταματάμε με τίποτα και δεν υπολογίζουμε κανέναν. Είδατε, η αντίδραση για τα διόδια θα φέρει σύντομα ρύθμιση ευνοϊκή για πολλούς χρήστες των δρόμων. Χρεωθήκαμε εμείς και τα παιδιά μας για την κατασκευή τους και τώρα θα πρέπει να πληρώσουμε και νοίκι για τη χρήση τους! Είναι σα να φτιάξει κάποιος μια πολυκατοικία και να παραχωρήσει σε άλλον την είσπραξη των ενοικίων, με μόνη δέσμευση να τη συντηρεί, δηλαδή να τη βάφει, ή να κάνει τυχόν μερεμέτια, αν κι εφόσον χρειάζεται. Μου μοιάζει παράλογο, εκτός αν αυτός, ο παραχωρησιούχος, είναι… στενός συγγενής. Τότε αλλάζει το πράγμα!

Το παράδειγμα της Αγγλίας

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την υπεροχή των Άγγλων και δη των Σκοτσέζων σε θέματα τραπεζικής. Το εγχείρημα του Τζων Λω στη Γαλλία, το εφάρμοσε στην Αγγλία ο συμπατριώτης του Ουίλιαμ Πάτερσον, ο οποίος πούλησε την ίδια ιδέα στο Γουλιέλμο της Οράγγης, τα χρέη του οποίου δημιουργήθηκαν όχι επειδή διαδέχθηκε τον Λουδοβίκο, αλλά επειδή τον πολέμησε. Με τη λογική της Βασιλικής τράπεζας της Γαλλίας λοιπόν ιδρύθηκε το 1764 η Τράπεζα της Αγγλίας, η οποία εξέδωσε τα χρήματα που χρειαζόταν ο βασιλιάς. Ως αντάλλαγμα πήρε τη δυνατότητα να παραχωρεί δάνεια σε τρίτους με καινούργια γραμμάτια, τα οποία καλύπτονταν με την υπόσχεση του βασιλιά να τα πληρώσει. Ο Πάτερσον αποχώρησε δημιουργώντας δικιά του τράπεζα στην κεντρική Αμερική και η τράπεζα της Αγγλίας απέφυγε να πέσει στην παγίδα του Παρισιού και του Άμστερνταμ και έφτασε κάποια στιγμή να παίζει ρυθμιστικό ρόλο στη δημιουργία χρήματος από μικρότερες τράπεζες. Όπως η δημιουργία χρήματος από μια τράπεζα είναι απλή διαδικασία, έτσι είναι και ο μηχανισμός ελέγχου της. Στο Λονδίνο του 18ου αιώνα οι χρυσοχόοι, οι οποίοι είχαν γίνει πλέον τραπεζίτες, χορηγούσαν δάνεια με γραμμάτια, έναντι των χρυσών και αργυρών νομισμάτων που κατείχαν. Η τράπεζα της Αγγλίας, όταν έπαιρνε αυτά τα γραμμάτια τα επέστρεφε για να εισπράξει την αξία τους. Αυτό εμμέσως ανάγκαζε τις μικρότερες αυτές εμπορικές τράπεζες να διατηρούν ικανοποιητικά αποθέματα νομισμάτων, έναντι των γραμματίων που είχαν εκδώσει, γιατί πάντοτε υπήρχε η πιθανότητα η τράπεζα της Αγγλίας να ζητήσει να ρευστοποιήσει γραμμάτια που είχε στην κατοχή της, πράγμα το οποίο εφάρμοζε όταν διαπίστωνε πως οι υφιστάμενες τράπεζες είχαν γίνει υπερβολικά γενναιόδωρες με τα δάνειά τους. Έτσι η χορήγηση δανείων και η συγγενική μ’ αυτή δημιουργία καταθέσεων και χρήματος θα έπρεπε τότε να περιοριστεί. Η διαδικασία αυτή είναι σήμερα πασίγνωστη ως πολιτική της ανοιχτής αγοράς.

Τα χαρτονομίσματα

Μασαχουσέτη 1690. Οι στρατιώτες της είχαν μόλις επιστρέψει από μια ανεπιτυχή εκστρατεία εναντίον του Κεμπέκ. Τα λάφυρα που θα έπαιρναν από το κάστρο του θα ήταν και ο μισθός τους, αλλά με την προϋπόθεση πως θα νικούσαν. Έλα όμως που το Κεμπέκ δεν έπεσε! Έτσι, για να μην αποτελέσουν πηγή ανησυχίας οι εξαγριωμένοι στρατιώτες, τους δόθηκαν έγγραφες υποσχέσεις για τέτοιο χρήμα, οι οποίες δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένα ορθογώνιο κομμάτι χαρτί, σφραγισμένο από την πολιτεία και αργότερα στολισμένο με καλλιγραφικά σχεδιάσματα, τα οποία προέβαλαν κάποιον ήρωα, ένα μνημείο, ή ένα σημαντικό πολιτικό πρόσωπο. Πιο απλή και λιτή εφεύρεση ήταν αυτή της Νέας Γαλλίας: οι Γάλλοι δεν ενδιαφερόντουσαν και πολύ για τις αποικίες τους στη Β. Αμερική, πολλές φορές μάλιστα τα πλοία που έστελναν εκεί με προμήθειες και χρήματα δεν έφταναν ποτέ. Κάτι παρόμοιο συνέβη και τη χρονιά της επίθεσης από τη Μασαχουσέτη. Τότε οι οικονομικοί υπεύθυνοι του Κεμπέκ σκέφτηκαν να χρησιμοποιήσουν το πιο ανθεκτικό και διαθέσιμο κομμάτι χαρτιού που υπήρχε: το τραπουλόχαρτο! Από τη στιγμή που έβαζαν πάνω του την κρατική σφραγίδα αποτελούσε υπόσχεση σε χρήμα και εξαγοράζονταν με χρυσό και ασήμι όταν επιτέλους έφταναν τα πλοία με τις προμήθειες από την Ευρώπη. Να αναφέρω εδώ πως τα σπαθιά και τα μπαστούνια είχαν διπλάσια αξία απ’ ότι τα καρώ και οι κούπες. Φαντάζεστε τι θα συνέβαινε, αν είχαν επικρατήσει τα τραπουλόχαρτα ως χαρτονόμισμα; Θα παίζαμε στα καζίνο με τα ίδια χαρτονομίσματα που θα κερδίζαμε, οι υπεραξίες στο χρηματιστήριο θα ανταμείβονταν με μπαστούνια και σπαθιά και τα παθητικά των εταιριών θα φαινόντουσαν με καρώ και κούπες!

Χρυσός VS Αργύρου

Το ιδεατό σενάριο στον κόσμο των χρημάτων θα ήταν όλα να μπορούσαν να ανταλλαγούν με χρυσά νομίσματα, ή το ισοδύναμό τους σε χρυσό. Ό,τι ελαττώματα κι αν είχε υπήρχε πάντα η βεβαιότητα για τι μπορούσε να αγοράσει τέτοιου είδους χρήμα. Σε όλο το 19ο αιώνα οι τιμές έπεφταν, αλλά η αγοραστική δύναμη του χρυσού και του χρήματος που βασίζονταν σ’ αυτόν αυξανόταν. Μέχρι τα μισά του 19ου αιώνα τα μεταλλικά νομίσματα ήταν είτε από χρυσό είτε από άργυρο. Αυτά τα δύο μέταλλα βρίσκονταν σε συναγωνισμό για αρκετούς αιώνες και επειδή η αξία του ενός σε σχέση με το άλλο δεν ήταν σταθερή, χρησιμοποιούσαν πάντα αυτό που ήταν φθηνότερο και κρατούσαν αυτό με τη μεγαλύτερη αξία. Η λύση δόθηκε το 1867 στο Παρίσι, όταν τα ηγετικά κράτη της Ευρώπης αποφάσισαν εφ’ εξής οι συναλλαγές τους να γίνονται μόνο σε χρυσό. Η αντίδραση ήρθε από τις ΗΠΑ, καθώς εκεί υπήρχαν τεράστια αποθέματα αργύρου και είχαν κάθε λόγο να υποστηρίζουν τη χρήση του στην κοπή νομισμάτων. Όμως συμβιβάστηκαν και λίγα χρόνια μετά δέχθηκαν κι αυτές το χρυσό ως το μοναδικό μέταλλο, στο οποίο μπορούσε να μετατραπεί άλλο χρήμα, δέχθηκαν δηλαδή το χρυσό κανόνα. Κι αυτή όμως η αλλαγή δεν έμελλε να ζήσει για πολλά χρόνια και να σώσει την κατάσταση. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έγινε η αιτία να χρησιμοποιηθεί το χρυσάφι της Ευρώπης για την αγορά πολεμοφοδίων κυρίως από τις ΗΠΑ, στις οποίες και μεταφέρθηκε σε μεγάλες ποσότητες και μάλιστα τόσο μεγάλες, ώστε ήταν πάρα πολύ άφθονος για να χρησιμοποιηθεί σαν χρήμα. Ο χρυσός κανόνας δεν λειτούργησε ποτέ πια αποτελεσματικά.

Ο Ίρβινγκ Φίσερ

Ο Φίσερ γεννήθηκε στις ΗΠΑ το 1867. Ήταν πολυπράγμων και με πάρα πολλές γνώσεις μαθηματικών και οικονομίας. Αναφέρεται σε διάφορες βιβλιογραφίες ως κερδοσκόπος, εφευρέτης, αλλά και ως οπαδός της βελτίωσης της ανθρώπινης φυλής. Αφού μπορεί να γίνει το ίδιο με τα ζώα και τα φυτά, γιατί όχι και με τους ανθρώπους, υποστήριζε. Έκανε πολλές επενδύσεις στο χρηματιστήριο κι έχασε αρκετά μεγάλο ποσό στο κραχ του 1929. Ήταν πρωτοπόρος στην ανάπτυξη των αριθμοδεικτών, όπως και στον τομέα των οικονομικών μαθηματικών. Όταν διαβάζουμε πως ο δείκτης τιμών καταναλωτή έχει ανέβει, θα πρέπει να ευχαριστούμε εν μέρει τον Φίσερ, καθώς ήταν αυτός, ο οποίος έθεσε τις βάσεις για τη δημιουργία του. Η μεγαλύτερη συμβολή του ήταν να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την αξία του χρήματος. Πώς το έκανε; Διατυπώνοντας την παρακάτω εξίσωση:

P = (MV + M1V1)/T

Το Ρ είναι οι τιμές. Το Μ είναι ο όγκος των μετρητών που βρίσκονται στην κυκλοφορία. Το Μ1 είναι ο όγκος των μετρητών που βρίσκονται στις τράπεζες υπό μορφήν καταθέσεων. Τα V και V1 είναι η ταχύτητα κυκλοφορίας τους και Τ είναι το πλήθος των συναλλαγών. Πίστευε λοιπόν πως αυξάνοντας ή μειώνοντας την προσφορά του χρήματος, μπορούσαν να αυξηθούν ή να μειωθούν αντίστοιχα οι τιμές. Περιορίζοντας ή αυξάνοντας κατ’ επέκτασιν τις τιμές, μπορούσε κάποιος να καταστείλει την ευφορία, ή να αντισταθμίσει τα αποτελέσματα της ύφεσης. Την ιδέα του αυτήν εφάρμοσε εν μέρει ο αμερικανός πρόεδρος Ρούζβελτ το 1933, σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει ανάπτυξη μετά το οικονομικό κραχ του 1929. Τι έκανε λοιπόν. Με λιγότερο χρυσάφι κυκλοφόρησε περισσότερα δολάρια. Όμως και πάλι δεν βελτιώθηκαν τα πράγματα, γιατί όπως συμβαίνει σε περιόδους ύφεσης, οι άνθρωποι κρατούν το χρήμα που πέφτει στα χέρια τους. Έτσι η χαμηλή ταχύτητα αντιστάθμισε την αυξημένη ποσότητα, (τα Μ και V από τον παραπάνω τύπο). Είναι λοιπόν προφανές πως δεν υπάρχουν εύκολες και φθηνές εφευρέσεις, που μόνο με τη χρήση του χρήματος μπορούν να λύσουν όλα τα οικονομικά προβλήματα. Αν αυτό ήταν δυνατόν, οι εφευρέσεις θα είχαν γίνει και θα είχαμε σωθεί όλοι.

Επίλογος

Μην περιμένετε πως με την παραπάνω ιστορική ανασκόπηση για το ρόλο που έπαιξε το χρήμα στην ανάπτυξη, δίνονται απαντήσεις για αυτά που τραβάει σήμερα η Ελλάδα, αύριο η Πορτογαλία και η Ισπανία και σε λίγο καιρό ολόκληρη η Ευρώπη. Το χρήμα είναι ο μοχλός πίεσης με τον οποίον μας αναγκάζουν να μπούμε στο χορό και να παίξουμε σ’ ένα παιχνίδι, στο οποίο είμαστε εκ προοιμίου χαμένοι. Ίσως αν οι οικονομικοί μας Υπουργοί και οι Κυβερνήσεις μας παραδειγματίζονταν από μεγάλες οικονομικές κρίσεις του παρελθόντος, αν δεν περιοριζόντουσαν από πιέσεις, αλαζονεία της εξουσίας και συμφέροντα και αν ενδιαφερόντουσαν κατ’ ελάχιστον για την πατρίδα και τους πολίτες της, να είχαμε αποφύγει πολλά από τα δεινά που μας επεφύλαξε η υπαγωγή μας στο «άρθρο 99» του ΔΝΤ και της ΕΕ. Αλήθεια αναρωτήθηκε ποτέ κανείς τι όφελος έχει η ΕΕ από τις χρεοκοπίες κρατών μελών, όπως η Ελλάδα λ.χ.; πουθενά δεν είδα να αναφέρεται με συγκεκριμένα στοιχεία κάτι τέτοιο. Εμείς απλά θεωρούμε πως κάνει τα πάντα για να σώσει τα μέλη της. Κατά βάθος είναι έτσι όμως;

Θα μπορούσαν να γραφτούν πολύ περισσότερα για το συγκεκριμένο θέμα, (κραχ του 1929, Κέυνς, Β’ παγκόσμιος πόλεμος, κατοχικά δάνεια, κ.ά.), κάτι το οποίο ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική ανάρτηση. Ελπίζω να μη σας κούρασε και να το διαβάσατε μέχρι το τέλος.